2ος ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ)
Η αποφυγή της
πραγματικότητας
Δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι να πάει στο
σχολείο. Ήξερε ότι με το που θα έφτανε εκεί, θα τον περίμεναν αυτοί οι δυο να
τον πειράξουν, να του ζητήσουν κάτι ή να ξεσπάσουν τα νεύρα τους πάνω του. Δεν
το άντεχε. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία εδώ και τόσο καιρό. Του κάνανε τη ζωή
δύσκολη. Δεν τον άφηναν σε ησυχία. Μόνο και μόνο γιατί πίστευαν πως ήταν
καλύτεροι από αυτόν. Τον εκμεταλλεύονταν για διάφορους λόγους. Επειδή δεν είχε
πολλούς φίλους, ήταν εσωστρεφής και δεν έφερνε ποτέ αντίρρηση. Δεν τολμούσε να
πει στους καθηγητές ή στους γονείς του τίποτα. Φοβόταν ότι θα μάθαιναν πως
αυτός τους μαρτύρησε. Και μετά ποιος ήξερε τι θα γινόταν! Όλα αυτά που του κάνανε και τις απειλές που
δεχόταν, τα κρατούσε όλα μέσα του. Δεν τα έλεγε σε κανέναν. Προσποιούνταν ότι
είναι καλά. Ακόμη κι αν δεν τους έπειθε, αρνούνταν κατηγορηματικά ότι έχει
κάτι.
Εκείνη την ημέρα, καθώς περπατούσε για να πάει
στο σχολείο, προετοιμαζόταν για το τι θα γινόταν μετά. Κάθε φορά η μέρα του
ξεκινούσε άσχημα. Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, όμως ήταν αδύνατον. Καθώς
περπατούσε, έφτασε μπροστά από το σχολείο. Τότε τους είδε να έρχονται προς το
μέρος του. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Άρχισε να τρέμει και να αγχώνεται. Δεν
ήξερε τι να κάνει. Να μείνει ακίνητος και να τους υποστεί, όπως κάνει κάθε φορά
ή να φύγει; Χωρίς να το σκεφτεί παραπάνω, άρχισε να τρέχει. Τους είδε που ξαφνιάστηκαν
και πήγαν να τον πάρουν από πίσω. Μετάνιωσε την ώρα και τη στιγμή που έτρεξε.
Τώρα έπρεπε να κάνει τα πάντα για να μην τον προλάβουν. Μετά από λίγο άρχισε να
κουράζεται και σταμάτησε. Κοίταξε καλά τριγύρω. Δεν τους είδε πουθενά. Κάτι δεν
του έβγαζε νόημα. Για την ακρίβεια, δεν καταλάβαινε πού ήταν. Τι υπήρχε εκεί.
Πρώτη φορά έβλεπε αυτό το μέρος. Μα πώς βρέθηκε εκεί με λίγα λεπτά τρέξιμο; Του
φάνηκε πολύ περίεργο. Ήταν λες και άλλαξε τόπο. Το μόνο που υπήρχε τριγύρω ήταν
ένα μικρό παλιό σπίτι. Από πού εμφανίστηκε αυτό το σπίτι; Γιατί δεν το είχε
ξαναδεί εκεί; Γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί κοντά; Κάποια στιγμή του φάνηκε
σαν να άκουσε κάποιον να έρχεται. Νόμιζε πως ήταν αυτοί οι δύο. Σταμάτησε να
πολυσκέφτεται για το σπίτι και μπήκε αμέσως μέσα.
Όλα ήταν τόσο ήσυχα. Δεν υπήρχε κανένας άλλος
εκεί μέσα. Άλλοι θα φοβούνταν να μπουν σε ένα εγκαταλειμμένο κτήριο μόνοι τους.
Όμως εκείνος δεν φοβήθηκε που ήταν μόνος του, ούτε φοβήθηκε που μπήκε σε ένα
εγκαταλειμμένο κτήριο. Είχε συνηθίσει να κρύβεται σε τέτοια μέρη, όταν ήθελε να
ξεφύγει από εκείνους. Το εσωτερικό του σπιτιού διέφερε πολύ από το εξωτερικό
του. Εξωτερικά ήταν ένα κανονικό παλιό σπίτι κακοδιατηρημένο και σχεδόν έτοιμο
να καταρρεύσει. Δεν του γέμιζε και πολύ το μάτι. Όμως μέσα ήταν εντελώς διαφορετικό.
Ήταν καλοφτιαγμένο και καλοσυντηρημένο. Του φάνηκε λίγο περίεργο. Από την αρχή
που το είδε, ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τότε άρχισαν να περνούν διάφορα
ερωτήματα από το μυαλό του. Πώς γίνεται απ΄ έξω να είναι σε τόσο κακή κατάσταση
και από μέσα να είναι σαν καινούριο; Αυτό το κτήριο έχει όλα τα απαραίτητα.
Μένει ή δεν μένει κάνεις εδώ; Ήταν λες και η παλαιότητά του και η κακή του
εμφάνιση ήταν μια ασπίδα, ώστε να προστατεύσει το εσωτερικό του. Αυτό που ήθελε
εξαρχής ήταν η ησυχία του, να ξεφύγει από όλους και όλα. Και αυτό το μέρος ήταν
ό,τι έπρεπε.
Ο χρόνος κυλούσε αργά. Δεν υπήρχαν ανησυχίες.
Πίστευε πως είχε βρει τον παράδεισό του. Δεν ήθελε να φύγει ποτέ από εκεί. Δεν
είχε πλέον το άγχος για το τι θα του έκαναν ή έλεγαν οι άλλοι. Δεν ήταν πλέον
ανάγκη να κρύβει αυτά που ένιωθε. Μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα. Σε κείνο το
μέρος ένιωθε τον πραγματικό του εαυτό, κάτι που είχε πολύ καιρό να νιώσει. Όλον
αυτόν τον καιρό καταπίεζε τον εαυτό του να κρύβει τα συναισθήματά του. Εκεί
μπορούσε να κλάψει, να φωνάξει, να γελάσει και να θυμώσει χωρίς να φοβάται μην
τον δει κανείς και αρχίσει τις ερωτήσεις. Είχαν αρχίσει να εξαφανίζονται όλες
οι αμφιβολίες του και οι δισταγμοί του για εκείνο το σπίτι. Οι μέρες περνούσαν
και εκείνος δεν ήθελε να αποχωριστεί εκείνο το μέρος. Όμως όσο κι αν δεν ήθελε
να το παραδεχτεί μέσα στην ανακούφιση που ένιωθε, είχε και ενοχές. Έφυγε χωρίς
να το πει σε κανέναν. Σκεφτόταν τους γονείς του και ότι σίγουρα θα είχαν
ανησυχήσει που έλειπε τόσο καιρό και θα τον ψάχνουν. Η μαγεία αυτού του μέρους
συνέχεια τον αποσυντόνιζε από τις σκέψεις του. Όσο κι αν σκεφτόταν τι γινόταν
παλιά, ένιωθε σαν κάτι να του έλεγε να σταματήσει να ενδιαφέρεται. Είχε αρχίσει
σιγά σιγά να ξεχνάει ότι είχε ζωή και έξω από αυτό το σπίτι.
Μια μέρα από το πουθενά, όλη αυτή η ηρεμία που
υπήρχε στο μέρος άρχισε να εξαφανίζεται. Δεν την ένιωθε πλέον. Ένιωθε όπως όταν
ήταν στην παλιά του καθημερινότητα. Ξεκίνησε πάλι να έχει ανησυχίες και να μη
νιώθει ασφαλής. Δεν του άρεσε αυτό. Νόμιζε πως επιτέλους είχε ξεφύγει από όλα
αυτά, όμως έκανε λάθος. Ήθελε να φύγει πλέον από εκεί. Δεν είχε νόημα να μείνει
άλλο. Προτιμούσε να γυρίσει στην καθημερινότητά του και να προσπαθήσει να την
αλλάξει πάρα να μείνει εκεί. Όλες αυτές τις μέρες που ήταν εκεί, κατάλαβε πως
όταν θα γυρνούσε πίσω, θα έπρεπε να τολμήσει να αποκτήσει ξανά τη ζωή που είχε
πριν εμφανιστούν αυτοί οι δύο και του την ταράξουν. Το πήρε απόφαση. Θα
γυρνούσε πίσω και θα τα άλλαζε όλα. Ξεκίνησε να πάει να βγει, όταν ξαφνικά όλο
το μέρος άρχισε να σείεται. Προσπαθούσε να σταθεί όρθιος όμως δεν μπορούσε. Δεν μπορούσε ούτε να
πλησιάσει προς την έξοδο. Ήταν σαν το κτήριο να τον εμπόδιζε. Να μην τον άφηνε
να βγει. Τώρα που πήρε το θάρρος και το κουράγιο να αλλάξει, κάτι τον εμπόδιζε.
Πανικοβλήθηκε. Δεν ήθελε να μείνει παγιδευμένος
εκεί. Πάλευε να σταθεί όρθιος και να πλησιάσει την πόρτα μα δεν κατάφερε
τίποτα. Συνέχεια έπεφτε κάτω. Είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες του ότι θα
κατάφερνε να βγει. Κάποια στιγμή κατάφερε να φτάσει κοντά στην έξοδο και πήγε
να βγει όμως δεν πρόλαβε. Δεν είδε το έδαφος που υποχωρούσε σιγά σιγά. Άρχισε
να απομακρύνεται από εκεί προσπαθώντας να αποφεύγει τα ανοίγματα στο έδαφος,
ώστε να μην πέσει μέσα. Δεν μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα. Δεν μπορούσε ούτε να
τρέξει ούτε να φωνάξει για βοήθεια. Ένιωθε λες και είχε χάσει τη φωνή του, δεν
έβγαινε λέξη από το στόμα του όσο και αν προσπαθούσε. Η οροφή άρχισε να
καταρρέει . Το έδαφος υποχώρησε ολοκληρωτικά κι εκείνος άρχισε να πέφτει στο
κενό. Ήθελε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Είχε αρχίσει να μετανιώνει που άφησε τη
μαγεία αυτού του μέρους να τον παρασύρει. Πίστευε πως θα γλίτωνε από αυτήν τη
δύσκολη ζωή. Πως όλα θα γίνονταν πιο
εύκολα. Δεν είχε φανταστεί πως θα κατέληγε έτσι όλο αυτό. Έκλεισε τα μάτια του
καθώς έπεφτε στο κενό. Μια απόλυτη ησυχία. Δεν ήξερε τι θα ακολουθούσε μετά.
Μάλλον κατά βάθος ήξερε, απλώς δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν ήθελε να πιστέψει
πως η ζωή του θα τέλειωνε έτσι, εκεί που πίστεψε πως θα μπορούσε να την
αλλάξει.
Μετά από λίγο ένιωσε σαν κάποιος να του πιάνει
το χέρι και να του μιλάει. Δεν άκουγε όμως τι έλεγε. Τότε άνοιξε τα μάτια του.
Κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν στο νοσοκομείο. Είδε τους γονείς του να του κρατούν
το χέρι και να λένε κάτι. Η μητέρα του κλαίγοντας έλεγε «Γιατί δεν μας είπε πως
ένιωθε; Γιατί δεν εξέφραζε ποτέ τα συναισθήματά του; Γιατί θεώρησε ότι η μόνη λύση ήταν αυτή; Πώς θα μπορούσαμε
να ζήσουμε χωρίς αυτόν;». Ο πατέρας του προσπαθούσε να την καθησυχάσει
συγκρατώντας τα δάκρυά του. Δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε στο νοσοκομείο, τι έκανε,
γιατί το έκανε. Πώς από εκείνο το μέρος που βρισκόταν βρέθηκε στο νοσοκομείο.
Πήγε να κουνηθεί. Με το που τον είδαν οι γονείς του, τα δάκρυα λύπης
μεταμορφώθηκαν σε δάκρυα χαράς. Αμέσως τον αγκάλιασαν και τον ρώτησαν πώς
ένιωθε. Ο πατέρας του πήγε να φωνάξει τον γιατρό. Η μητέρα τού μιλούσε, όμως
εκείνος ένιωθε ακόμα χαμένος. Ακόμα δεν ήξερε τι συνέβαινε. Προσπαθούσε να τα
συνδέσει όλα μαζί. Τι είχε γίνει πριν βρεθεί στο νοσοκομείο -σίγουρα όχι όλο
αυτό που ζούσε τις τελευταίες μέρες. Από εκεί που έπεφτε στο κενό, τώρα βρισκόταν
στο νοσοκομείο. Αποκλείεται ό,τι έζησε να ήταν αλήθεια! Ήταν όλα ένα παραμύθι
που έπλασε το μυαλό του λόγω των καταστάσεων. Ένα όνειρο που ξεκίνησε ευχάριστα
και τελείωσε δυσάρεστα. Ήξερε πως εξ αρχής
ήθελε να ξεφύγει από την πραγματικότητα, όμως άλλαξε γνώμη από όταν
ξεκίνησαν όλα αυτά. Χάρη σε αυτό το όνειρο θα κατάφερνε πλέον να αλλάξει τη ζωή
του. Δεν φοβόταν πλέον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου