2ος ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ)
Αλόις…;
Ήταν μια βροχερή, κρύα μέρα του
Φεβρουαρίου και τα ρολόγια έδειχναν μια. Ένας νεαρός ανέβαινε τις σκάλες μιας
πολυκατοικίας που βρισκόταν στο Βερολίνο ή ό,τι θα μπορούσαμε πλέον να
χαρακτηρίσουμε ως Βερολίνο. Η ανάπτυξη του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού
είχε εδώ και καιρό οδηγήσει στη διάσπαση του πρώην Γερμανικού Ράιχ και είχε
δημιουργήσει δύο διαφορετικές χώρες. Δυο χώρες που στους περισσότερους ήταν
γνωστές ως Ανατολική και Δυτική Γερμανία. Όμως αυτό το γεγονός είχε
διαδραματιστεί δεκαετίες πιο πριν. Τώρα πρέπει να ήταν 2024, με βάση το σύστημα
αρίθμησης του Δυτικού κόσμου. Όμως για τους κατοίκους της Ανατολικής Γερμανίας,
δεν υπήρχε χρονολογία γιατί εδώ και πολύ καιρό είχε απαγορευτεί η πίστη σε
οποιαδήποτε θρησκεία.
Το αγόρι έφτασε στον τέταρτο όροφο της
πολυκατοικίας. Σταμάτησε. Κοίταξε τον διάδρομο, που έμελλε σε λίγα δευτερόλεπτα
να διασχίσει με τα γαλανά του μάτια. Άρχισε να περπατά. Ξαφνικά σταμάτησε
μπροστά στην πόρτα με το νούμερο 417. Την ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα στο
διαμέρισμα. Μετά από περίπου μισή ώρα ο νεαρός βρέθηκε να κάθεται μόνος του στο
γραφείο ενός δωματίου, κοιτάζοντας ένα σημειωματάριο. Ήταν ένα μικρό τετράδιο
με μαύρο δερμάτινο εξώφυλλο. Ανοίγοντας το, αναγραφόταν ένα όνομα. Αλόις
Στράους. Ίσως αυτό να ήταν το όνομα του αγοριού; Αδύνατον. Εδώ και πολύ καιρό
τα χειρόγραφα σημειωματάρια είχαν απαγορευτεί. Η κυβέρνηση απαιτούσε τη χρήση
υπολογιστών ή άλλων «τεχνολογικών επιτευγμάτων» για κάθε σημείωση που
κατέγραφαν οι πολίτες. Το πραγματικό όνομα του σημερινού κατόχου έμελλε για
πάντα να μείνει χαμένο στις σελίδες στου χρόνου και μόνο ο ίδιος να το
γνωρίζει. Οπότε για εμάς, δεν είναι παρά ένα νεαρό αγόρι, το οποίο λόγο του
τετραδίου θα αποκαλούμε Αλόις.
Ο Αλόις είχε πάρει πριν λίγο καιρό μια πολύ κρίσιμη
απόφαση. Να τολμήσει και να καταγράψει έστω και μια παράγραφο στο τετράδιό του.
Ένα αντικείμενο, το οποίο είχε για σπίτι στο παρελθόν, ένα μικρό κατάστημα με αντίκες
στο κέντρο της πόλης. Εκεί που δέσποζε το σπουδαίο τείχος του Βερολίνου. Ένα
επίτευγμα το οποίο τους προστάτευε από τους εχθρούς τις χώρας. Ο ίδιος ποτέ δεν
κατανόησε τη χρήση του τείχους, αφού και από τις δύο πλευρές βρίσκονταν
Γερμανοί. Γερμανοί που μιλούν Γερμανικά. Γερμανοί που μυρίζονται τα ίδια
παραδοσιακά φαγητά. Γερμανοί που έχουν την ίδια ιστορία. Όμως οι ενήλικες είχαν
διαφορετική γνώμη. Στην άλλη πλευρά του τείχους υπήρχαν όντος Γερμανοί.
Γερμανοί που είχαν προδώσει την χώρα τους. Γερμανοί που είχαν προδώσει τις
αρχές τους. Γερμανοί που είχαν προδώσει τον λαό και το κόμμα. Έτσι ο νεαρός
Αλόις δεν μπορούσε ποτέ να δει με τα ίδια του τα μάτια τους Γερμανούς που
χαρακτηρίζονταν καθημερινά ως προδότες.
Φυσικά, ανάμεσα στα παιδιά, πάντα επικρατούσαν ιστορίες
για την εξωτερική εμφάνιση αυτών τον θρυλικών και αποκρουστικών ατόμων. Όλοι
είχαν ακούσει πολλές περιγραφές, όμως καμία δεν ταίριαζε σε αυτήν που είχε
δημιουργήσει στο μυαλό του. Ο Αλόις δε φανταζόταν ανθρώπους με μυτερά δόντια και
μεγάλες μύτες. Ούτε κέρατα και ουρές διαβόλου, όπως οι άλλοι συμμαθητές του.
Φανταζόταν μια κανονική φιγούρα, ακριβώς όπως εκείνος. Φανταζόταν πως κάπου
εκεί στην άλλη πλευρά του τείχους θα υπάρχει ένα αγόρι το όποιο θα σκεφτόταν
ακριβώς τα ίδια. Ταυτόχρονα, όμως, κάπου βαθιά μέσα του ήλπιζε να μην υπάρχει.
Δεν ήθελε και άλλα παιδιά να τρέφουν τις ίδιες σκέψεις με εκείνον. Ίσως ήταν
επειδή θεωρούσε, πως αυτό ήταν κάτι δικό του, κάτι που μόνο ο ίδιος μπορούσε να
έχει. Από την άλλη πλευρά, ίσως και να μην ήθελε άλλα παιδία να βιώνουν τις
ίδιες ανησυχίες. Τον τρόμο για το αύριο.
Αυτή ήταν η αρχή για τον δεσμό που θα δημιουργούσε το
αγόρι με ένα άψυχο αντικείμενο. Μια απλή στοίβα με χαρτιά, δεμένα μεταξύ τους,
που όμως είχαν περισσότερη ψυχή από οποιονδήποτε ενήλικα είχε γνωρίσει ποτέ ο
Αλόις.
Το νεαρό αγόρι παρέμεινε να κοιτάει το μικροσκοπικό
σημειωματάριο στο γραφείο του για περίπου ένα εικοσάλεπτο. Αποφάσισε να
ξεκινήσει να γράφει. Τα χέρια του έτρεμαν. Δεν ήξερε αν ήταν λόγω του φόβου,
που τον κυρίευε τη συγκεκριμένη στιγμή ή λόγω της ακατανίκητης επιθυμίας που
ένιωθε να εκφραστεί, ακόμα και αν ο μόνος που θα τον άκουγε ήταν ένα παλιό
κομμάτι χαρτί. Ξεκίνησε να γράφει. Αν και τα γράμματά του ήταν δυσνόητα, κάθε
λέξη είχε μια δική της ξεχωριστή σημασία. Καθώς οι σελίδες γέμιζαν, ένιωθε σαν
να χτίζει γέφυρες προς έναν κόσμο που είχε ξεχαστεί. Ο ατελείωτος πόνος που
έτρεφε η χώρα του αποτυπωνόταν σε κάθε πέρασμα. Ο λόγος του Αλόις διαποτιζόταν
από το βάρος της απώλειας και της αγωνίας που έτρεφε, όχι μόνο εκείνος αλλά και
εκατοντάδες άλλοι συνομήλικοι του.
Η βροχή χτυπούσε απαλά στο παράθυρο του δωματίου, το
οποίο κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα, για ευνόητους λόγους, αν και θεωρούταν
άχρηστη γιατί τελικά ποτέ δεν προστάτευε την ιδιωτικότητά σου. Έναν όρο που
είχε εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό. Στη σελίδα που εστίαζαν τα μάτια του δεν
αναγραφόταν τίποτα άλλο από τα λόγια ενός νεαρού.
«Κάθε σελίδα αυτού του τετραδίου δεν
αναγράφει τίποτα παραπάνω από τις προσωπικές μου σκέψεις. Σκέψεις, που ελπίζω
βαθιά μέσα μου, κάποια μέρα να γίνουν
γνωστές στον κόσμο. Όχι σε αυτόν όμως. Σε έναν κόσμο με μέλλον, όπου οι
κάτοικοί του θα μπορούν να πράττουν αυτόνομα και δε θα αποτελούν μια ανθρώπινη
μάζα υποκινούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις. Με κάθε σελίδα ξεθάβω και φέρνω
στην επιφάνεια την πίκρα της απώλειας και της διάσπασης. Ο πόλεμος, παρότι δεν
δοκίμασα τις φρίκες του, μου έχει ήδη αφαιρέσει την αθωότητα και την αίσθηση
ασφάλειας. Πιστεύω πως όλοι οι ενήλικες αγνοούν, το γεγονός πως πέρα από τις
διαιρέσεις που επικρατούν υπάρχει μια ανθρώπινη ιστορία που δεν πρέπει να χαθεί
στο χάος της πολιτικής.»
Ο Αλόις συνεχίζει να καταγράφει τις
σκέψεις του στο ίδιο σημειωματάριο. Ο χρόνος περνάει. Μεγαλώνει.
Ευαισθητοποιείται. Προσπαθεί να κατανοήσει τους λόγους που υπάρχει τόσο μίσος
στην καθημερινή ζωή. Και φυσικά ξεχνάει. Ξεχνάει την αρχή. Ξεχνάει το μικρό
κατάστημα με τις αντίκες στο κέντρο της πόλης, το οποίο αναγκάστηκε να κλείσει,
λόγω εντολής των αρχών. Ξεχνάει τις σαχλές ιστορίες για τους δαίμονες που ζουν
στην άλλη πλευρά του τείχους. Ξεχνάει τον ηλικιωμένο κύριο που καθόταν κάθε
απόγευμα στο καφενείο που βρισκόταν απέναντι από την πολυκατοικία. Ξεχνάει τις
ιστορίες που του διηγούταν για τα χρόνια που δεν υπήρχε πόλεμος. Όμως
συνεχίζει. Μπορεί να έχει ξεχάσει τον λόγο που ωθήθηκε να πραγματοποιήσει μια
πράξη που από πολλούς μπορεί να χαρακτηριστεί ως απερίσκεπτη και ανεπίτρεπτη.
Αλλά συνεχίζει. Ελπίζει για το καλύτερο. Επιθυμεί να ελευθερωθεί από το βάρος
του πολέμου. Θέλει να ζήσει. Να έχει την προσωπική του ελευθερία. Να καταφέρει
να σπάσει τον δεσμό του συστήματος και να ξεφύγει από τους ανιαρούς ρυθμούς της
καθημερινότητας, που οδηγούν στην οπισθοδρόμηση του ανθρώπινου είδους. Θέλει να
γνωρίσει μέσω προσωπικής εμπειρίας τον όρο «ελευθερία» που υποτίθεται πως
εκείνοι κατέχουν και οι χώρες της Δύσης στερούν από τους κατοίκους του.
Συνεχίζει να γράφει. Το μικρό βιβλίο με το μαύρο
εξώφυλλο, έχει γίνει πια ο καλύτερός του φίλος. Ένα άτομο –ακόμα και αν δεν
μπορεί να θεωρηθεί ένα- με το οποίο μπορεί να μοιραστεί τα πιο βαθιά του
μυστικά. Κάτι σαν την μητέρα του με τον πατέρα του, όμως πια ο ίδιος θεωρούσε,
πως ακόμα και εκείνοι δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν καμία ουσιαστική
εξομολόγηση.
Δυστυχώς μαζί αλλάζει και ο καιρός.
Αλλάζουν οι άνθρωποι και το κυριότερο αλλάζουν οι συνθήκες. Τα περιοριστικά
μέτρα άλλαξαν. Έγιναν πιο σκληρά. Και μαζί επιβαρύνθηκε και το έργο του Αλόις.
Μια ενέργεια το οποίο δεν είχε κανέναν άλλο σκοπό παρά την προσωπική
ικανοποίηση. Το νεαρό αγόρι ένιωθε ασφυκτικά. Ένιωθε να τον παρακολουθούν. Κάθε
λεπτό. Κάθε δευτερόλεπτο. Στο τέλος ένιωθε πως δεν μπορούσε να εμπιστευτεί ούτε
το αγαπημένο του ημερολόγιο. Αυτό που εδώ και τόσο καιρό προσπαθούσε να
κρατήσει ζωντανό, μέσω των ακατανόητων γραμμάτων του. Αυτό που εμπιστευόταν όσο
τίποτε άλλο. Αυτό που του έδωσε νόημα στην ζωή και τον άφησε να εκφραστεί
ελεύθερα στις σελίδες του, χωρίς να τον κρίνει.
Ένα βράδυ του Ιουνίου, το αγόρι
απέμεινε να κοιτάζει το πολυπόθητο
σημειωματάριό του. Καθόταν στο ίδιο γραφείο από το οποίο είχε ξεκινήσει. Τα
γαλανά του μάτια
κοίταζαν ανέκφραστα πια το αντικείμενο
του «πόθου» του.
Όμως αυτή τη
φορά δεν το ανοίγει. Ήταν ήδη
ανοικτό. Ο Αλόις πήρε την πένα και κατέγραψε τις τελευταίες περιόδους της
ημέρας.
«Ποτέ δεν πίστευα πως θα τελείωναν
έτσι. Όλα πλέον μου φαίνονται τόσο άσκοπα. Περιέργως δεν λυπάμαι τον χρόνο που
ξόδεψα για να γεμίσω τις σελίδες σου, αγαπητέ μου φίλε. Παρά μόνο λυπάμαι
εσένα, που σε αντίθεση με εμένα, θα πρέπει να κουβαλάς τις απαγορευμένες
σκέψεις ενός ανόητου αγοριού που πίστευε πως θα κατάφερνε κάτι. Οπότε,
πολυαγαπημένε μου φίλε, εύχομαι ολόψυχα κάποια μέρα να βρω το θάρρος να σε
ξανανοίξω. Ίσως τότε να έχω αλλάξει. Να θεωρώ πως αυτό το ανεγκέφαλο αγόρι ήταν
όντως σωστός και πως εγώ αυτή τη στιγμή κάνω το μεγαλύτερο λάθος στης ζωής μου.
Αλλά δυστυχώς αυτό δεν το γνωρίζω. Μόνο το μέλλον ξέρει τα γεγονότα που
επιφυλάσσει για τους κατοίκους αυτής της χώρας και της υπόλοιπης γης. Ελπίζω
αυτό να είναι όντως το τέλος. Το τέλος τις εποχής που καλύφθηκε από σκότος και
η αρχή μιας νέας…»
Ήταν μια βροχερή, κρύα μέρα του Φεβρουαρίου και τα
ρολόγια έδειχναν μια. Κάποιος ανέβαινε τις σκάλες μιας πολυκατοικίας που
βρισκόταν στο Βερολίνο. Δεν ήταν το αγόρι με το όνειρο για ελευθερία. Τη θέση
του αγοριού είχε πια πάρει ένας άνδρας γύρω στα τριάντα. Ο άγνωστος συνέχισε να
περπατά, καθώς τα εκκωφαντικά του βήματα ακούγονταν στους άδειους διαδρόμους.
Ακολουθούσε την ίδια διαδρομή που κάποτε είχε ακολουθήσει ο νεαρός Αλόις. Στο
δεξί του χέρι κρατούσε ένα βρεγμένο καπέλο στο οποίο δέσποζε το σήμα του κόμματος.
Ξαφνικά σταματάει. Μπροστά του βρισκόταν η πόρτα με τον αριθμό 417. Την
ξεκλειδώνει και εισέρχεται στο διαμέρισμα. Ο άνδρας προχώρα, στα τώρα άδεια
δωμάτια του σπιτιού. Μετά από λίγο βρίσκει το πολυπόθητο αντικείμενο, το οποίο
θεωρούταν ο κύριος λόγος για την επίσκεψη, που μόνο ευχάριστη δεν θα μπορούσε
να χαρακτηρίσει. Ήταν ένα μικρό σημειωματάριο με μαύρο δαρμένο εξώφυλλο. Ένα
ικανοποιητικό χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη του. Ο ίδιος κάθισε στην ίδια
θέση που καθόταν κάποτε το νεαρό αγόρι. Όμως αυτή τη φορά δεν άνοιξε το
σημειωματάριο από την αρχή, λες και ήξερε είδη τα σκοτεινά μυστικά που έκρυβε.
Παρά μόνο συνέχισε να γράφει από εκεί που ο «προηγούμενος» κάτοχός του είχε
σταματήσει.
«Ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Σωστά,
παλιέ μου φίλε; Δυστυχώς δεν είμαι εδώ για να εκπληρώσω της επιθυμίες του
νεαρού αγοριού που εσύ γνώριζες ως Αλόις Στραους. Παρά μόνο για να τελειώσω το
έργο του. Οπότε κάθομαι εδώ. Στη ίδια θέση με κάποτε. Όμως δεν είμαι πια ο
Αλόις, αλλά ό,τι έχει απομείνει από το πνεύμα αυτού του νεαρού συντρόφου.
Τελικά ήμουν πολύ λανθασμένος τότε. Πίστευα πως μπορούσα να αλλάξω, πως ήμουν
κάτι ξεχωριστό. Τελικά δεν ήμουν τίποτα παρά ένα ανεγκέφαλο παιδί. Αν έμαθα
κάτι μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια που έχω περάσει μακριά σου, είναι το γεγονός
πως δεν γίνεται να είσαι παρατηρητής ενός πολέμου και να μην επηρεαστείς. Και
όταν επηρεαστείς θα αναγκαστείς να διαλέξεις πλευρά. Όπως εγώ…»
Αυτές ήταν η τελευταίες λέξεις που
γράφτηκαν ποτέ στο μικρό αυτό σημειωματάριο, το οποίο έμελλε σε λίγες μέρες
γίνει ένα με τις φλόγες της φωτιάς σε ένα τζάκι. Ένα τζάκι διαφορετικού
σπιτιού, που όμως άνηκε στον ίδιο ιδιοκτήτη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου