Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Παναγιώτης Εμμανουήλ Γιαννακόπουλος Homo Educandus Αγωγή

 

2ος ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ)

Ήταν μια 28η Ιουλίου 

            Ήταν 28 Ιουλίου του 1960. Σούρουπο, πέντε το απόγευμα, στο Λονδίνο, την επιβλητική πρωτεύουσα της Μεγάλης Βρετανίας. Ο εβδομηντάχρονος Γεώργιος Νέλσον καθόταν σε μια αναπαυτική πολυθρόνα στη βεράντα του σπιτιού του και χάζευε τα υπέροχα χρώματα που σχηματίζονταν στην πελώρια παλέτα του ουρανού. Έπινε το απογευματινό του τσάι, όπως συνήθιζαν όλοι οι Βρετανοί, και αναπολούσε στιγμές από τη ζωή του.

            Σαν εκείνη την ημέρα, πριν σαράντα έξι χρόνια ακριβώς, είχε ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήταν κι εκείνος στο μέτωπο… Σ’ αυτό το καταραμένο μέτωπο, όπου χύθηκε τόσο αθώο αίμα. Αφορμή; Η δολοφονία του Φραγκίσκου Φερδινάνδου, αρχιδούκα της Αυστροουγγαρικής Αυτοκρατορίας, ισχυρού συμμάχου της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, που υποτίθεται ότι έγινε από σέρβικο χέρι. Αιτία ήταν οι επεκτατικές βλέψεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και των λοιπών συμμάχων της. Η πρώτη διένεξη έλαβε χώρα μεταξύ της Αυστροουγγαρίας και του Βασιλείου της Σερβίας και λίγες μέρες αργότερα η σύγκρουση γενικεύτηκε με την εμπλοκή όλων των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας στο πλευρό της Σερβίας.

            Πριν πάει στο μέτωπο, ο Γεώργιος είχε στο μυαλό του τη ρομαντική φαντασίωση της υπεράσπισης της πατρίδας του. Άνηκε στο πρώτο Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα, που στάλθηκε στο Δυτικό Μέτωπο. Είχε εκπαιδευτεί καλά και θεωρούσε πως ήταν άτρωτος.  Όταν, όμως, είδε τους Γερμανούς να σκοτώνουν βάναυσα τους Άγγλους με τα παντοδύναμα άρματα μάχης τους, άρχισε να φοβάται. Το φαγητό ήταν λιγοστό, ενώ πολλοί συμπατριώτες του άφηναν την τελευταία τους πνοή από την πείνα και το χώμα τους αγκάλιαζε.

            Ζούσαν στα χαρακώματα. Οι στρατιώτες κοιμούνταν ελάχιστα, δύο ώρες την ημέρα. Έπρεπε να βρίσκονται σε εγρήγορση, όπως επαναλάμβανε συνεχώς ο διοικητής του στρατεύματος. Ο Γεώργιος δεν έκλεινε μάτι. Έτρεμε κάθε φορά που άκουγε τις μπότες των Γερμανών, κάθε φορά που το αυταρχικό τους βήμα τρυπούσε τα τύμπανά του.

            Ένα μουντό πρωινό, τυλιγμένο με τον γκρίζο μανδύα που τόσο ευγενικά του πρόσφεραν τα σύννεφα, ο διοικητής διέταξε επίθεση. Μαζί με τους Βρετανούς επιτέθηκε και ένα Σύνταγμα Γάλλων. Ο Γεώργιος, αν και άυπνος, ρίχτηκε στη μάχη με μεγάλη ορμή. Οι Γερμανοί, μολονότι ήταν δυνατοί και εξαιρετικά εκπαιδευμένοι, αιφνιδιάστηκαν και ηττήθηκαν. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γεώργιος είδε ανθρώπους να λαβώνονται θανάσιμα, η πρώτη φορά που έφυγε σφαίρα από το πυροβόλο του και συνάντησε την καρδιά ενός δύσμοιρου εικοσάχρονου Γερμανού, η πρώτη φορά που ένιωθε να κινδυνεύει πραγματικά η ζωή του.

            Οι Γερμανοί δεν πτοήθηκαν. Αντίθετα, σκύλιασαν με την ήττα τους και όρμησαν πάνω στους Βρετανούς και στους Γάλλους, σαν λυσσασμένα ζώα. «Στα όπλα!» ούρλιαξαν οι αξιωματικοί και ο Γεώργιος άρπαξε το πυροβόλο… Πυροβολισμοί, ουρλιαχτά, αίματα… Γρήγορα κατέφθασαν και οι γερμανικές ενισχύσεις, είκοσι τανκς και δέκα αεροπλάνα. Οι βρετανικές δυνάμεις ήταν εξασθενημένες. Δόξα τω Θεώ για εκείνους ήρθε για υποστήριξη ένα ξεκούραστο γαλλικό τάγμα. Η μάχη τελείωσε. Το αίμα των αδικοχαμένων στρατιωτών πότισε το χώμα, «μαραίνοντας» την ομορφιά των πολύχρωμων λουλουδιών που μόλις είχαν ανθίσει.     

           Πέρασαν πέντε μήνες. Δεν φοβόταν πια! Σκότωνε τους Γερμανούς και δεν μετάνιωνε, βάραγε στο ψαχνό, κατάφερε να επιβιώσει, μα τα δύσκολα ήταν ακόμη μπροστά…Το φαΐ λιγοστό. Έτρωγαν σκουλήκια και κατσαρίδες μέχρι να έρθουν οι προμήθειες. Συχνά έγραφε γράμματα στην οικογένειά του:

Μάνα,

            Ελπίζω όλοι να είστε καλά και να λαμβάνετε τα γράμματά μου. Ο πατέρας, οι δίδυμες αδελφές μου, εσύ, ο αδελφός μου… πρέπει να μεγαλώνει. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν επτά χρονών. Εγώ, εδώ, στα χαρακώματα. Δεν άλλαξε τίποτα. Μάχες, μάχες, μάχες… καθημερινά «παλεύουμε» με τους Γερμανούς. Πότε χάνουμε, πότε κερδίζουμε. Έκανα εδώ πολλές γνωριμίες με γόνους πλουσίων, με εθελοντές Καναδούς, με Βέλγους και Γάλλους συναγωνιστές. Ο καλύτερός μου φίλος, είναι ένας συνομήλικος μου, Φράγκος που μιλάει αγγλικά, ο Ιούλιος. Πιο ψηλός και πιο δυνατός από μένα, μα με ψυχή μικρού παιδιού και λίγο ελαφρόμυαλος. Εγώ είμαι ο εξυπνότερος από αυτούς και γι’ αυτό σκοπεύουν να με προάγουν σε αξιωματικό. Σε κάθε επίθεση προτείνω στον διοικητή σχέδια και τακτικές που πρέπει να ακολουθήσουμε για να κατατροπώσουμε τον εχθρό και πάντα πετυχαίνουν. Εκείνος με πρότεινε στους ανωτέρους του για προαγωγή. Θα αποδείξω σε όλους ότι υπερέχω από οποιονδήποτε άλλο Άγγλο αξιωματικό. Και πού ξέρεις; Ίσως να φτάσω και στην αυλή του Βασιλιά. Ονειρεύομαι την ώρα που θα ανέβω τα σκαλιά του παλατιού και ο Μεγαλειότατος θα με ανακηρύξει εθνικό ήρωα!

            Αδημονώ, όμως, να δω εσάς. Μου έλειψες μητέρα! Και ο πατέρας και τα αδέλφια μου! Κοιμάμαι και ξυπνώ με την έννοια σας. Μην πάθετε τίποτα και μείνω μόνος μου. Και αν πεθάνω εγώ; Τι θα γίνετε μόνοι σας; Οι αδελφές μου κοντεύουν τα είκοσι τρία, καιρός να παντρευτούν. Εσείς μεγαλώνετε! Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι.

Πολλά είπαμε. Ο διοικητής φωνάζει! Πρέπει να προετοιμάσουμε την άμυνά μας.

                                                                                                         Να προσέχετε!  Ο γιος σου

            Μια νέα μάχη ξεκίνησε. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν με όλη τους τη δύναμη. Τα άρματα μάχης έκαναν την εμφάνιση τους αναγκάζοντας τους Βρετανούς και τους Γάλλους να υποχωρήσουν. Οι Γερμανοί άρχισαν να καταδιώκουν τους αντιπάλους. Πυροβολούσαν συνεχώς και σκότωναν όποιον έβρισκαν στον διάβα τους. Ο Γεώργιος τραυματίστηκε πολύ άσχημα.

            Ο εχθρός παρατήρησε, όμως, ότι ήταν ζωντανός και έτσι τον αιχμαλώτισε. Όταν βρήκε τις αισθήσεις του βρισκόταν σε ένα σκοτεινό μπουντρούμι με σκουριασμένα κάγκελα και ποντίκια να τον περιτριγυρίζουν στο βρώμικο πάτωμα. Πονούσε πολύ στη μέση του. Αναρωτιόταν πού είναι. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Ξάφνου, ακούει μια βροντερή φωνή να μιλάει. Του φάνηκαν Γερμανικά. Δύο γεροδεμένοι στρατιώτες τον σήκωσαν και τον μετέφεραν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Τον έδεσαν χειροπόδαρα και ένας άλλος, κοντός άντρας, μπήκε στο δωμάτιο, συνοφρυωμένος. Κάτι ψιθύρισε στο αυτί των άλλων δύο και τα μαστίγια σηκώθηκαν. Τον χτυπούσαν αλύπητα, ώσπου μια γέρικη, τρεμάμενη φωνή βγήκε από τα σταφιδιασμένα χείλη του συνοφρυωμένου άντρα. Μιλούσε αγγλικά με μια περίεργη προφορά. «Είμαι ένας εκ των αρχιστρατήγων του Γερμανικού Στρατού. Δεν επιθυμούμε να σε σκοτώσουμε. Το μόνο που θέλουμε από εσένα είναι να μας μιλήσεις για τη μονάδα σου, τα τρωτά σημεία και τα σχέδιά της. Αν μας χρησιμεύσουν αυτά που θα μας πεις, θα σε αφήσουμε να ζήσεις και θα σε ελευθερώσουμε άμεσα». Ο Γεώργιος δεν μίλησε και τον έφτυσε στο πρόσωπο, αγανακτισμένος. Ούρλιαξε εκείνος μια φράση στα γερμανικά και ο Γεώργιος ένιωσε πάλι τα μαστίγια να του σκίζουν το δέρμα. Τον έριξαν πίσω στο μπουντρούμι του. Ήταν 28 Ιουλίου του 1915 όταν τον αιχμαλώτισαν.

            Πέρασαν δύο εβδομάδες και ο Γεώργιος ήταν έτοιμος να πεθάνει από τις κακουχίες. Ο Ιούλιος, ο φίλος του, κατόρθωσε να πείσει τον αρχιστράτηγο του γαλλικού στρατεύματος να επιτεθούν αιφνιδιαστικά στους Γερμανούς. Ισχυρίστηκε πως μια τέτοια επίθεση θα έτρεπε σε φυγή τους αντιπάλους, ώστε να καταλάβουν το στρατόπεδο συγκέντρωσης των αιχμαλώτων και να απελευθερώσουν τους ομήρους.

            Η επίθεση ξεκίνησε. Φαινόταν πως οι Γάλλοι είχαν το πάνω χέρι. Αν και καλύτερα εξοπλισμένοι και ικανότεροι οι Γερμανοί, δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους εξαγριωμένους Γάλλους. Εγκατέλειψαν το στρατόπεδο που βρίσκονταν αιχμάλωτοι οι Γάλλοι και ο Γεώργιος. Μετά τη μάχη, ο Ιούλιος συνάντησε τον φίλο του. Αφού αγκαλιάστηκαν, διηγήθηκε στον Γεώργιο το σχέδιο που οργάνωσαν για να ανακαταλάβουν το γερμανικό στρατόπεδο και να τους ελευθερώσουν. Εκείνος συγκινήθηκε και για να επισφραγίσουν τη φιλία τους αποφάσισαν ο Γεώργιος να παντρέψει τον επιστήθιο φίλο του. Ο Ιούλιος σκόπευε να παντρευτεί όταν τελείωνε ο πόλεμος. Η μοίρα, όμως, είχε άλλα σχέδια για εκείνον…

            Πέρασαν μήνες. Ήταν Φεβρουάριος του 1916. Μια από τις πιο αιματηρές μάχες σε ολόκληρο τον πόλεμο, που διήρκησε από τον Φεβρουάριο ως τον Δεκέμβριο εκείνου του έτους, ξεκίνησε. Είχε έρθει η ώρα να ‘’κοκκινίσει’’ η πόλη Βερντέν, με γαλλικό και γερμανικό αίμα. Ο Ιούλιος έπρεπε να παλέψει για το ταλαίπωρο έθνος του, για την πληγωμένη Γαλλία. Η μια επίθεση διαδέχονταν την άλλη, ώσπου τον μήνα Αύγουστο, ο Ιούλιος έπεσε νεκρός από γερμανικό βόλι. Την ίδια στιγμή, ο Γεώργιος πάλευε με όση δύναμη του είχε απομείνει στη μάχη του Σομμ. Πληροφορήθηκε για τον θάνατο του φίλου του και αποφάσισε να πάρει εκδίκηση, σκοτώνοντας όποιον Γερμανό υπήρχε στο οπτικό του πεδίο. Τον είχαν κυριεύσει  απέραντη θλίψη και θυμός.

            Η τελική ήττα των Γερμανών στη μάχη του Βερντέν και η στρατηγική νίκη των Συμμάχων στο Σομμ έδωσαν θάρρος στον Γεώργιο να συνεχίσει. Ήταν η αρχή του τέλους της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Και τα δύο αντίπαλα στρατεύματα υπέστησαν πολλές απώλειες. Οι Γερμανοί ήταν εξουθενωμένοι. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν τη Βρετανική Αυτοκρατορία, τη Γαλλία, τη Ρωσική Αυτοκρατορία και τις Η.Π.Α, που έμπαιναν στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Οι σύμμαχοι της Γερμανίας, δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να την υποστηρίξουν, αφού έπρεπε να παλέψουν με τις υπόλοιπες δυνάμεις στα Βαλκάνια και στην Ασία, μια και ο πόλεμος είχε γενικευθεί.

            1917. Οι Αμερικάνοι κατέφθασαν! Νέος στρατός, ξεκούραστος ήρθε στο πλευρό των Συμμάχων. Ο εχθρός έχασε πλέον τις ελπίδες του. Ο πόλεμος συνεχιζόταν με τους Γερμανούς να γνωρίζουν πολλές και καταστροφικές ήττες. Δεν είχαν πλέον πιθανότητες να κερδίσουν. Η σημαία τους είχε ξεθωριάσει, ήταν κουρελιασμένη στα χέρια των Συμμάχων. Όσον αφορά στην Αυστροουγγαρία και στα υπόλοιπα κράτη που στέκονταν στο πλευρό της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, κι εκείνα άρχισαν να καταρρέουν. Ο Γεώργιος αποφάσισε να ξαναγράψει στην οικογένειά του:

Πολυαγαπημένη μου μητέρα,

            Γνωρίζω πως έχω πάρα πολύ καιρό να σου γράψω μα οι εξελίξεις του πολέμου δε μου το επιτρέπουν. Έχουν συμβεί συνταρακτικά γεγονότα! Οι Γερμανοί με φυλάκισαν, με βασάνισαν αλλά ο αγαπημένος φίλος μου κατάφερε να με σώσει, αφού έπεισε τον Γάλλο διοικητή να κάνει μια αιφνιδιαστική επίθεση.

            Μετά από καιρό έλαβαν χώρα δύο από τις πιο αιματηρές μάχες του πολέμου: η μάχη του Βερντέν και η μάχη του Σομμ. Στη μάχη του Βερντέν, δυστυχώς, άφησε την τελευταία του πνοή, ο Ιούλιος. Τελικά, όμως, ο εχθρός νικήθηκε! Ο θάνατος του Ιούλιου με πλήγωσε πολύ. Ήταν ο μόνος καλός φίλος που απέκτησα, εδώ, στο μέτωπο. Είχαμε συμφωνήσει να γίνω ο κουμπάρος του, αφού σκόπευε να παντρευτεί, όταν τελείωνε η φρικιαστική αυτή σύγκρουση ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις του κόσμου.

            Δεν θέλω να σε ψυχοπλακώνω με αυτά! Αποφάσισα να σου γράψω για να μάθεις τα νέα μου, καθώς είμαι βέβαιος πως ανησυχείς, τόσο εσύ, όσο και η υπόλοιπη οικογένεια. Δεν φοβόμαστε πλέον! Οι Ρώσοι εγκατέλειψαν τον πόλεμο, λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης μα εμείς έχουμε τώρα στο πλάι μας τους ικανούς Αμερικάνους. Οι Γερμανοί χάνουν τις ελπίδες τους και εμείς το εκμεταλλευόμαστε αυτό, κατατροπώνοντας τον στρατό τους.

            Δεν παύει, όμως, το αίμα που χύνεται άδικα να είναι πολύ! Με κάθε σταγόνα που πέφτει από τα ταλαίπωρα σώματα των στρατιωτών, μαραίνεται και ένα λουλούδι, πληγώνεται η μητέρα φύση. Κάθε μέρα ο Θεός στέλνει βροχή για να ξεπλύνει τον ματωμένο χιτώνα του εδάφους, μα δεν ξεπλένεται… Δυστυχώς, ο χειρότερος εχθρός, χειρότερος και από τους Γερμανούς, είναι τα συμφέροντα. Και αυτά τα αναθεματισμένα δεν αφήνουν τα έθνη να μονιάσουν. Γιατί όλη η γη ένα μεγάλο χωριό είναι. Φαγωνόμαστε για την εξουσία, χωρίς να νοιαζόμαστε για την ανθρώπινη ζωή. Αν είναι κάτι το οποίο μου δίδαξε αυτός ο πόλεμος είναι ότι δεν υπάρχει κάτι πιο ολέθριο από το να βλέπεις να ξεψυχάνε μάταια νέοι άνθρωποι, είκοσι ετών. Μπορεί να μην είμαι αρκετά μεγάλος και να μην έχουν δει πολλά τα μάτια μου, αλλά είμαι βέβαιος πως πιο θλιβερό θέαμα δεν πρόκειται να ξαναδώ ποτέ! Ευτυχώς δεν είσαι εδώ σ ’αυτό το καταραμένο μέτωπο να γίνεις μάρτυρας τέτοιων γεγονότων. Ελπίζω να μην ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο ποτέ! Πολλά έγραψα. Να δώσεις χαιρετίσματα σε όλους και να τους πεις πως μου λείπουν.

                                                                                                Σας φιλώ 

                                                                                               Ο γιος σου

            Ύστερα από κάμποσο καιρό, οι Γερμανοί σήκωσαν λευκή σημαία. Ήταν 11 Νοεμβρίου του 1918. Οι Σύμμαχοι θριάμβευσαν! Ο Γεώργιος ήταν πολύ χαρούμενος που θα επέστρεφε στο λατρευτό σπίτι του. Μερικές μέρες μετά, πέρασε το κατώφλι της οικίας του και αντάμωσε με την οικογένειά του που τόσο του είχε λείψει.

            Τα θυμήθηκε όλα αυτά πάλι μια 28η Ιουλίου. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει. Ξαφνικά άκουσε βήματα και αντίκρισε μπροστά του τον φίλο του, τον Ιούλιο! Έμεινε άφωνος. Πριν καν συνειδητοποιήσει τι γινόταν, ο Ιούλιος του πρότεινε να βγουν μια βόλτα έξω, να πουν όσα δεν είχαν πει τόσον καιρό. Το μόνο παράξενο ήταν ότι ο Ιούλιος ήταν αγέραστος, όπως ακριβώς ήταν τότε. Ο Γεώργιος πήρε το μπαστούνι του και φόρεσε το καπέλο του. Ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει στον φίλο του, να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο. Τώρα είχε την ευκαιρία που αναζητούσε τόσον καιρό. Οι δύο φίλοι έφυγαν μαζί για να ταξιδεύουν για πάντα στην αιωνιότητα. Μια 28η Ιουλίου…

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  Κουμπιά οι λέξεις Λες να` χει σημασία Πού θα κουμπώσουν;                  Γιώργος Ρούσκας                               Με βαθ...