Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Διονυσία Χωρέμη 2ο Γυμνάσιο Κιάτου

 

1ος ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ)

Μια φορά χορεύτρια για πάντα χορεύτρια

    Ήταν απόγευμα, οκτώ η ώρα, όταν γύρισε η κόρη μου για να με πάει την καθιερωμένη μας  βόλτα, καθώς γριά και ανήμπορη δεν μπορούσα να βαδίσω μόνη μου πια. «Μαμά γύρισα  Άκουσα την κόρη μου να φωνάζει καθώς με πλησίαζε περπατώντας στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού. Αχ αυτή η φράση, αυτήν τη συγκεκριμένη ώρα, μου δίνει την ίδια παιδιάστικη χαρά κάθε φορά που την ακούω. Καταλαβαίνω πως ήρθε η ώρα της μοναδικής στιγμής μέσα στην ημέρα που θα ένιωθα “ενεργή”.

Είχα ετοιμαστεί μία, μπορεί και μιάμιση  ώρα πριν επιστρέψει η κόρη μου  από την τόση  ανυπομονησία και το άγχος που είχα για να μη χάσω ούτε ένα δευτερόλεπτο  από τη βόλτα μου. Άρπαξα έτσι με το ένα μου χέρι τη μαγκούρα και με το άλλο την κόρη μου και ξεκινήσαμε τη βόλτα μας στη γραφική πλατεία.

Καθώς περπατάγαμε λέγοντας αστεία και φιλοσοφίες, περάσαμε απέναντι από το θέατρο της περιοχής και αναγνώρισα από μακριά μια αφίσα που απεικόνιζε μια μπαλαρίνα. Σχεδόν αυτόματα ζήτησα από την κόρη μου να πλησιάσουμε για να μου διαβάσει σε ποιο πράγμα αναφερόταν η αφίσα, διότι εγώ  είχα ξεχάσει τα γυαλιά μου σπίτι. Πλησιάσαμε λοιπόν και οι λέξεις που ξεστόμισε η κόρη μου ακόμη μου προκαλούν τρέμουλο. -«ΑΠΟΨΕ ΣΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ “Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ”». Τα έχασα, πήγα να πέσω, δεν με βάσταγαν τα πόδια μου. Ένιωσα σαν αυτή η λακωνική φρασούλα που άκουσα να ξεκλείδωσε μια παλιά απαρχαιωμένη ανάμνηση που κρυβόταν στο πίσω-πίσω μέρος του μυαλού μου. Έτσι την  ξαναρώτησα. «Τι είπες πως λέει εκεί αγάπη μου; ». Η απάντηση της ήταν η ίδια.

Έπεσα στα πόδια της να μπούμε μέσα στο θέατρο να δούμε αυτή την παράσταση. Μου αρνήθηκε μια, δυο, τρεις, τέσσερις ... δέκα φορές λόγω περασμένης ώρας. Όμως, την ενδέκατη δεν άντεξε να μου χαλάσει το χατίρι. Με το που ακούμπησα το πόδι μου μέσα στο θέατρο με διαπέρασε ένα ρίγος. Είχα να απολαύσω το συγκεκριμένο μπαλέτο από τότε που έληξε η καριέρα μου ως χορεύτρια, καθώς αυτό το μπαλέτο έγραψε  και το φινάλε της. Ένιωσα μια περίεργη θλίψη, διότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ήμουν θεατής και όχι καλλιτέχνης.

Η παράσταση ξεκίνησε. Το πρώτο και το δεύτερο μέρος της πέρασαν, κάνοντάς με να νιώθω μια γλυκιά αναπόληση της ημέρας εκείνης της τελευταίας μου ημέρας ως χορεύτρια. Όταν όμως ξεκίνησε το κομμάτι του τρίτου μέρους στο οποίο τότε συμμετείχα, το σώμα μου κοκάλωσε σαν να μεταφέρθηκε κάπου αλλού. Τα πόδια μου αρχίσαν να κουνιούνται ελαφρά στον ρυθμό της μουσικής και άρχισα να σιγομουρμουρίζω τα βήματα της χορογραφίας. Η κόρη μου είχε μείνει άναυδη και με βαριά σιγανή φωνή με ρώτησε «Μαμά, τι κάνεις;». Της απάντησα μόνο με μια λέξη που ξεπήδησε αβίαστα από το στόμα μου. «Χορεύω» της είπα, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα στη γη εκείνη την ώρα.

Εκείνη τη στιγμή ήταν σαν κάποιος να με τοποθέτησε μπροστά από μια τηλεόραση και να παρακολουθούσα εκείνη την τελευταία μου μέρα ως χορεύτρια. Άρχισα να “βιώνω” τα ίδια συναισθήματα που ένιωθα λίγο πριν και αφότου βγήκα στην σκηνή. Ξαναένιωθα το άγχος και την ανυπομονησία μου, τα χέρια μου να ιδρώνουν, το στόμα μου να στεγνώνει, τα πόδια μου να μην μπορούν να κάνουν βήμα, την ανάσα μου να βαραίνει και τον χτύπο της καρδιάς μου να εκτοξεύεται. Όμως με έπιασε ένα απρόσμενο ρίγος, όταν αυτά τα συναισθήματα σταμάτησαν και θυμήθηκα τη φράση που είχα πει στον εαυτό μου λίγο πριν βγω. «Σήμερα.... τώρα... είναι το τέλος, απόλαυσέ το στο έπακρο». Αυτό είχα σιγοψιθυρίζει, καθώς είχα ήδη ξεκινήσει να κάνω τα πρώτα βήματα της χορογραφίας.

Η μουσική σταμάτησε και απολάμβανα το δυνατό τελευταίο χειροκρότημα του κοινού που με αποθέωνε ως καλλιτέχνη. Βγαίνοντας από τη σκηνή, δεκάδες άλλοι συγχορευτές μου με είχαν περικυκλώσει και μου έδιναν συγχαρητήρια. Όμως, στο μόνο στο οποίο μπορούσα να συγκεντρωθώ εκείνη τη στιγμή ήταν το χειροκρότημα του κοινού που ηχούσε για λίγα μόνο ακόμη, αλλά υπερπολύτιμα για μένα δευτερόλεπτα, αφότου είχα εξέλθει της σκηνής.

Τη στιγμή που το χειροκρότημα στο μυαλό μου έσβηνε ένα άλλο με “αφύπνισε” από την αναπόλησή μου. Η παράσταση που παρακολουθούσαμε με την κόρη μου είχε τελειώσει και ο κόσμος αποθέωνε τους χορευτές. Ακόμη και αν δεν ήμουν εγώ ο καλλιτέχνης, είχα νιώσει όλα τα συναισθήματα που προκαλεί μια παράσταση και έτσι χειροκρότησα θερμά τους νεαρούς χορευτές και χορεύτριες  που έλαμπαν πάνω στη σκηνή.

Η αυλαία έκλεισε,  τα φώτα άνοιξαν και ο κόσμος άρχισε  σιγά σιγά να  αραιώνει, έτσι ήρθε και η δικιά μας η ώρα να φύγουμε. Δεν ήθελα αλλά έπρεπε. Αφού επιστρέψαμε στο  σπίτι μας, φάγαμε το γευστικό βραδινό μας και καθίσαμε για λίγο με την κόρη μου διπλά από το τζάκι για να αναλύσουμε την ημέρα μας, όπως κάνουμε κάθε βραδύ. Ήρθε επιτέλους η ώρα για να κοιμηθούμε. Καθώς, λοιπόν, απομακρυνόμουν από τη ζεστή πολυθρόνα μου, η κόρη μου με σταμάτησε και με φωνή γεμάτη απορία με ρώτησε, «Μητέρα, τι έπαθες στο θέατρο προηγουμένως;». Εκείνη τη στιγμή με γαλήνια σταθερή φωνή και ένα απαλό χαμόγελο της απάντησα “Μια φορά χορεύτρια για πάντα χορεύτρια”. Το βλέμμα της γέμισε με ακόμη μεγαλύτερη απορία και έτσι της χαμογέλασα πλατιά, της έκλεισα το μάτι και της σιγοψιθύρισα «μην ανησυχείς, ψυχή μου, θα στο εξηγήσω περαιτέρω στην αυριανή μας βόλτα. Καληνύχτα!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  Κουμπιά οι λέξεις Λες να` χει σημασία Πού θα κουμπώσουν;                  Γιώργος Ρούσκας                               Με βαθ...