Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Θεοφανία Σμπόνια Homo Educandus Αγωγή

 

Έπαινος  Διηγήματος  Γυμνασίου         

Όταν οι λέξεις εξαφανίστηκαν

 

Κανείς δεν κατάλαβε πότε άρχισε. Δεν υπήρξε κάποια ανακοίνωση ή σημάδι που να μας προειδοποιεί. Οι άνθρωποι συνέχισαν να μιλούν, να γελούν, να τσακώνονται, να αγαπούν και να κάνουν τις δουλειές τους όπως πάντα. Και όμως, κάποιες λέξεις άρχισαν να εξαφανίζονται. Στην αρχή φαινόταν αστείο, σαν ένα περίεργο παιχνίδι που δεν καταλαβαίνεις. Μετά όμως έγινε παράξενο και λίγο ανησυχητικό. Σαν να είχαν κουραστεί οι ίδιες οι λέξεις και να έφυγαν χωρίς να αφήσουν ίχνη. Έτσι απλά, αθόρυβα. Σα να είχαν απογοητευτεί από αυτά που έβλεπαν και δεν ήθελαν από μόνες τους να βγουν από τα στόματα των ανθρώπων. Στο σχολείο, στο σπίτι, στη γειτονιά, στους δρόμους, οι συζητήσεις συνέχιζαν αλλά έμοιαζαν διαφορετικές. Οι άνθρωποι μιλούσαν όπως πριν, όμως κάτι έλειπε και εγώ άρχισα να το παρατηρώ πριν προλάβω να το εξηγήσω. Οι κουβέντες τους είχαν γίνει σύντομες, τα λόγια τους άχρωμα, χωρίς ζεστασιά και η ομιλία τους ήταν «κενή» και «κοφτή». Μια αίσθηση παράξενης μοναξιάς γέμιζε τις μέρες μου, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Καταλάβαινα όμως πως κάτι σημαντικό είχε χαθεί, κάτι που δεν κατανοούσα ακόμη πλήρως, κάτι που με έκανε όμως να νιώθω άβολα, μίζερα και χωρίς χαρά.  

Στην αρχή έλειπαν οι λέξεις που κανείς δεν προσέχει, «συγγνώμη», «ευχαριστώ», «καλημέρα»... Οι άνθρωποι συνέχιζαν να μιλούν, αλλά για κάποιο λόγο κάτι έλειπε από τις προτάσεις τους. Οι συζητήσεις έγιναν πιο σύντομες και ψυχρές, οι καβγάδες πιο έντονοι και τα χαμόγελα φαίνονταν να χάνουν τη ζεστασιά τους. Οι φίλοι στα διαλείμματα δεν χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον όπως πριν, οι γείτονες δεν αντάλλασσαν πια κάποια κουβέντα. Μερικές φορές, όταν χαιρόμουν ή έκανα κάποιο αστείο, οι φίλοι μου δεν γελούσαν όπως πριν. Ούτε όταν ήμουν σκεπτική ή στενάχωρη με ρωτούσαν τι έχω. Μια αίσθηση παράξενης μοναξιάς γέμιζε τις μέρες μου και ήξερα πως κάτι σημαντικό έχει χαθεί. Όλα φαίνονταν πιο σιωπηλά, πιο παράξενα, πιο άχρωμα και πιο μουντά και όλο αυτό μου προκαλούσε σύγχυση, γιατί μου έλειπαν πολύ αυτές οι λέξεις. Ένιωθα σαν ο κόσμος γύρω μου να χάνει κάτι πολύτιμο, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγηθεί, που όμως ήταν σημαντικό και που το ένιωθες στην καρδιά σου, χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις. Στεκόμουν ακίνητη στον δρόμο, στο σχολείο, στο δωμάτιο του σπιτιού μου και έβλεπα την πόλη σα να είχε χάσει το φως και τα χρώματά της. Οι λέξεις που χάνονταν δεν ήταν απλώς λέξεις, ήταν μικρά κομμάτια από τη ζεστασιά και την καλοσύνη των ανθρώπων. Κάθε χαμόγελο, κάθε χαιρετισμός, κάθε ευγενική πρόταση φαινόταν σαν ένα μικρό θαύμα, που ολοένα και εξαφανιζόταν με το πέρασμα του χρόνου. Ήξερα βαθιά μέσα, ότι αν δεν προσέχαμε τις λέξεις, ο κόσμος θα γινόταν πιο σκοτεινός.

Εγώ το πρόσεξα όχι επειδή είμαι πιο έξυπνη, αλλά επειδή είμαι πιο προσεκτική και επειδή αυτές τις λέξεις τις έλεγα συνεχώς στην καθημερινότητα μου. Κάθε λέξη που έλειπε άφηνε ένα κενό στις καρδιές των ανθρώπων και στη δική μου. Οι φίλοι μου μιλούσαν χωρίς να καταλαβαίνουν, ότι δεν μπορούσαν να πουν «φοβάμαι». Οι γονείς μιλούσαν στα παιδιά τους, χωρίς να μπορούν να πουν «σε αγαπώ», οι  γείτονες σταματούσαν να χαιρετούν ο ένας τον άλλον. Σιγά - σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι οι λέξεις εξαφανίζονταν, όταν οι άνθρωποι σταματούσαν να τις χρειάζονται ή όταν φοβόντουσαν να της πουν. Θεωρούσαν ότι δεν τις έχουν ανάγκη ίσως, αφού μπορούσαν δήθεν να επικοινωνούν με τους άλλους, χωρίς να πρέπει να είναι ευγενικοί. Μπορεί και να φοβόντουσαν βέβαια, ότι με την ευγένεια και την ειλικρίνεια θα χαρακτηρίζονταν μαλθακοί και εκτός εποχής. Άλλωστε η ευγένεια είχε εξαφανιστεί από κάθε πλευρά της ζωής τους, ούτε στην τηλεόραση τη συναντούσαν ούτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Υπήρχε μια διάχυτη τοξικότητα στην ατμόσφαιρα, που, για κάποιο περίεργο λόγο, ήταν αποδεκτή ως αυτονόητη από όλους. Οι καβγάδες γίνονταν ολοένα και πιο σκληροί, οι συμφωνίες πιο ψυχρές και τα χαμόγελα φαίνονταν να κρύβουν αμφιβολία. Τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί υπερασπίζονταν τη σιωπή τους, λέγοντας πως δεν ήταν τίποτα, αλλά τα κενά έγιναν αισθητά σε όποιον ήθελε να τα δει. Στον δρόμο οι φίλοι μου περπατούσαν σιωπηλοί και τα μάτια τους προσπαθούσαν να πουν αυτά που τα χείλη τους δεν μπορούσαν. Κάθε μέρα που περνούσε ένιωθα, πως ο κόσμος γύρω μου είχε γίνει πιο βαρύς, πιο ήσυχος. Κι όμως υπήρχαν στιγμές που η σιωπή ήταν πιο δυνατή από τις λέξεις.

Όλο αυτό μου φαινόταν τόσο παράξενο και ανεξήγητο… κάθε φορά που ήθελα να πω σε κάποιον ευχαριστώ ή συγγνώμη, ένιωθα ότι οι λέξεις αυτές έφευγαν από τα χείλη μου μακριά, πριν προλάβω να τις πω. Είχα γίνει και εγώ, άθελα μου, κομμάτι ενός κόσμου που δε μου αρέσει. Οι φίλοι μου και αυτοί φάνηκαν να μη μπορούν να τις ξεστομίσουν τις λέξεις αυτές. Αρχίσαμε να χάνουμε την οικειότητα που είχαμε μεταξύ μας και οι συζητήσεις μας, που πριν ήταν γεμάτες γέλια και συναισθήματα, τώρα ήταν σύντομες και άδειες.  Όλα μου φαίνονταν λειψά χωρίς αυτές τις μικρές λέξεις ευγένειας, που πριν φαίνονταν τόσο αυτονόητες. Ήθελα να καταλάβω τι είχε συμβεί και γιατί οι άνθρωποι γύρω μου δεν τις χρησιμοποιούσαν πια. Μερικές φορές καθόμουν στη σκιά ενός δέντρου και παρατηρούσα τα φύλλα να τα παίρνει ο άνεμος και φανταζόμουν πως κάθε φύλλο από το δέντρο ήταν μια λέξη ευγένειας που έφευγε μακριά και είχε χαθεί για πάντα. Δεν καταλάβαινα γιατί συνέβαινε αυτό, αυτό όμως που ήξερα με απόλυτη σιγουριά ήταν ότι δεν επιθυμούσα να ζήσω σε έναν τέτοιο κόσμο, όπου η αγένεια πρωταγωνιστεί και η καλοσύνη και η ευγένεια έχουν εξαφανιστεί. Τότε θυμήθηκα την κουβέντα της γιαγιάς μου : «Κορίτσι μου μην ξεχνάς ποτέ να λες τις λέξεις που κάνουν τον κόσμο καλύτερο».

Έτσι άρχισα να παρατηρώ κάθε μικρή χειρονομία, κάθε λεπτομέρεια που μπορούσε να γίνει αφορμή για μια καλή λέξη. Όταν κάποιος βοηθούσε κάποιον άλλον σκεφτόμουν πώς μπορώ να το αναγνωρίσω. Όταν έβλεπα κάποιον να πέφτει ήθελα τον ρωτήσω αν ήταν καλά. Όταν έβλεπα κάποιον να είναι αγχωμένος και ζορισμένος, ήθελα να του δώσω κουράγιο και δύναμη, να τον ρωτήσω αν χρειάζεται κάτι και να του πω, ότι όλα θα πάνε καλά. Όταν δεχόμουν τη βοήθεια κάποιου ήθελα να του πω «ευχαριστώ» και να προσπαθήσω να ανταποδώσω την καλοσύνη του.  Αν έβλεπα κάποιον λυπημένο ή απογοητευμένο, ήθελα να του ψιθυρίσω «είσαι καλά;», «μη στενοχωριέσαι, όλοι μας είχαμε μια κακή ημέρα», «εγώ είμαι εδώ για σένα». Όταν έβλεπα την προσπάθεια κάποιου να καταφέρει κάτι, ήθελα να τον εμψυχώσω, να τον επιβραβεύσω, να του πω ένα μεγάλο «μπράβο», κυρίως για την προσπάθεια του και εάν τα κατάφερνε να πανηγυρίσω μαζί του και να του δείξω ότι χάρηκα πολύ γι’ αυτόν. Κάθε φορά που θα έβλεπα τους γείτονες μου, να τους χαιρετούσα με ένα μεγάλο χαμόγελο. Να ευχαριστούσα τους καθηγητές μου για κάθε προσπάθεια που έκαναν για εμένα και να ζητούσα συγνώμη σε περίπτωση που από λάθος μου τους στενοχωρούσα. Να έδειχνα καθημερινά την αγάπη μου προς τους γονείς μου και να τους ευχαριστούσα για κάθε μικρό πραγματάκι που έκαναν καθημερινά για εμένα. Κάθε μικρή πράξη, κάθε μικρή βοήθεια ή καλή πρόθεση γινόταν ευκαιρία να κρατήσω μέσα μου ζωντανές τις λέξεις, σαν να άναβα μικρά φώτα που φώτιζαν τη δική μου την καρδιά αλλά και την καρδιά των τριγύρω μου.

Σκέφτηκα λοιπόν να φτιάξω ένα τετράδιο και άρχισα να γράφω κάθε λέξη που έβλεπα να εξαφανίζεται ή που ένιωθα να χάνεται. Κάθε φορά που άκουγα  κάποιον να λέει «ευχαριστώ» ή «συγγνώμη» το σημείωνα προσεκτικά στο τετράδιο μου. Κάθε φορά που ήθελα να πω εγώ αυτές τις λέξεις αλλά δεν μπορούσα, τις έγραφα και μετά τις διάβαζα δυνατά στο δωμάτιό μου. Σιγά - σιγά το τετράδιο μου έγινε ένας μεγάλος θησαυρός λέξεων. Σιγά – σιγά το δωμάτιο μου γέμισε με μικρές, φωτεινές λέξεις που έκρυβαν μέσα τους μεγάλη δύναμη. Νόμιζα πως κάθε λέξη που διάβαζα δυνατά, θα μπορούσε να γίνει ένα μικρό φως που ταξίδευε μακριά και θα μπορούσε να αγγίξει τους ανθρώπους. Ίσως και αυτοί να είχαν ξεχάσει να μιλούν με ευγένεια και ίσως χρειάζονταν κάποιον για να τους το υπενθυμίσει και να κάνει την αρχή. Ίσως πάλι να χρειαζόντουσαν έναν άνθρωπο να τους δώσει θάρρος και να τους εξηγήσει, ότι το να εκφράζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας με ωραίες και ευγενικές εκφράσεις, δε μας κάνει λιγότερο δυνατούς. Αυτές οι σκέψεις μου έδιναν δύναμη και θάρρος να μιλήσω, να χαιρετήσω τους φίλους μου, να καλημερίσω τους γείτονες και να ευχαριστήσω τους γονείς μου για μικρά καθημερινά πράγματα. Ένιωθα πως όσο κρατούσα τις λέξεις ζωντανές, τόσο πιο φωτεινός και ζεστός γινόταν ο κόσμος μου, σαν να φώτιζα την πόλη ολόκληρη από το δωμάτιο του σπιτιού μου. Κάθε λέξη που διάβαζα δυνατά γινόταν σαν μικρό φως που ταξίδευε μακριά, αγγίζοντας ανθρώπους που είχαν ξεχάσει πώς να μιλούν ειλικρινά και με ευγένεια. Και ήξερα πως στην αρχή όλο αυτό θα ήταν δύσκολο και πως οι άλλοι δεν θα με καταλάβαιναν και θα με κοιτούσαν με περιέργεια και καχυποψία. Ίσως και να με κορόιδευαν ή να μη με πρόσεχαν. Για εμένα όμως αυτό δεν είχε καμία σημασία. Εγώ είχα αποφασίσει να κάνω την αρχή και να μην αφήσω τις λέξεις να φύγουν μακριά μια για πάντα.

Μια μέρα όμως, καθώς διάβαζα δυνατά τις λέξεις από το τετράδιο μου, συνέβη κάτι μαγικό˙ οι λέξεις φάνηκαν να πετούν έξω από το δωμάτιο μου, σαν μικρές φωτεινές νότες και να γεμίζουν τη γειτονιά. Οι χαμένες λέξεις δεν ήταν πια άδειες ή σιωπηλές. Ξαναγέμιζαν τον κόσμο με ζεστασιά. Οι φίλοι άρχισαν πάλι να χαιρετούν ένας τον άλλον, οι γείτονες να λένε καλημέρα, τα παιδιά στο σχολείο να συμπεριφέρονται με ευγένεια, να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να ζητούν συγνώμη, να λένε ευχαριστώ στους γονείς τους για τα απλά και αυτονόητα πράγματα και να μιλούν με τους συνανθρώπους τους με χαμόγελο και ηρεμία. Κάθε φορά που κάποιος ξέχναγε αυτές τις λέξεις, εγώ τις έγραφα και πάλι στο τετράδιο μου και τις διάβαζα ξανά και ξανά με όση δύναμη είχα.  Σιγά - σιγά η πόλη ξαναγέμισε από τις χαμένες λέξεις. Δεν έγινε βέβαια από τη μια στιγμή στην άλλη, ούτε ήταν πολύ εύκολο. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και υπομονή για να τα καταφέρω. Όμως στο τέλος οι λέξεις αυτές ξαναήρθαν στα χείλη όλων μας. Η σιωπή και το μουντό τοπίο εξαφανίστηκαν και τα χαμόγελα του κόσμου φάνηκαν να ξαναγεμίζουν με ζεστασιά. Δεν ξέρω πώς έγινε, αλλά οι λέξεις επέστρεψαν στον κόσμο. Έμαθα πως ακόμη και ένα μικρό παιδί μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά εάν αγαπάει τις λέξεις και τις προστατεύει. Ο κόσμος γύρω μου έγινε πιο φωτεινός, πιο ζεστός και εγώ ήξερα πως οι λέξεις δεν χάνονται ποτέ τελείως, αρκεί να υπάρχει κάποιος να τις αγαπάει αρκετά για να τις κρατήσει ζωντανές.

Έτσι κάθε φορά που έλεγα μια καλή λέξη ένιωθα σαν να άναβε ένα μικρό φως μέσα στον κόσμο. Οι χαμένες λέξεις δεν ήταν πια άδειες σε σιωπηλές˙ ξαναγέμιζαν με ζεστασιά, φως και γέλιο. Κατάλαβα ότι η γιαγιά μου είχε δίκιο: «Οι καλές λέξεις είναι σαν μικρά φώτα που φωτίζουν τον κόσμο» και, όσο περισσότερες από αυτές έλεγα ή φρόντιζα να μη χαθούν, τόσο πιο φωτεινός γινόταν ο κόσμος γύρω μου. Ίσως, σκέφτηκα, αυτή η μαγεία να είναι το μυστικό για να κάνουμε την καθημερινότητα μας όλο και πιο όμορφη, σαν να φυτεύουμε μικρά φωτεινά αστέρια που τρεμοσβήνουν απαλά και μετά φωτίζουν όλον τον κόσμο γύρω μας. Από εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι ακόμη και ένα μικρό παιδί μπορεί να κρατήσει τον κόσμο φωτεινό γλυκό και ζεστό, μόνο με λίγες αληθινές φωτεινές λέξεις. Και κάθε φορά που το έκανα, η καρδιά μου χτυπούσε γεμάτη χαρά σαν να χόρευε ένα μικρό φως μέσα μου και γύρω μου, κάνοντας όλο τον κόσμο να λάμπει λίγο περισσότερο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

   Πριν κατακρίνεις   σκέψου αν ο αγώνας   για κείνον άθλος                                  Γιώργος Ρούσκας Συμπληρώνονται φέτος δέκα χρό...