Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Μαρία Σχίζα 1ο Γυμνάσιο Κορίνθου

 

Έπαινος  Διηγήματος Γυμνασίου      

Η πόλη που ξέχασε να ονειρεύεται

Η πόλη λεγόταν Αργυρά. Κάποτε το όνομά της έλαμπε σαν υπόσχεση, τώρα ακουγόταν βαρύ, σαν ανάμνηση που δεν θέλει να ειπωθεί. Τα σπίτια ήταν χαμηλά, βαμμένα σε χρώματα που ο χρόνος είχε ξεθωριάσει. Τα παράθυρα έμεναν κλειστά, ακόμα και τις μέρες με ήλιο. Τα βράδια οι στέγες έσταζαν υγρασία, λες και η ίδια η πόλη ίδρωνε από σκέψεις, που δεν τολμούσε να κάνει. Οι άνθρωποι μιλούσαν σιγά, πάντα σιγά, σαν να φοβούνται ότι, αν υψώσουν τη φωνή τους, θα ξυπνήσουν κάτι που είχε αποκοιμηθεί βαθιά κάτω από τα πεζοδρόμια. Δεν γελούσαν συχνά, δεν διαφωνούσαν δυνατά. Δεν έλεγαν «Θα ήθελα», έλεγαν μόνο «Πρέπει».

Τα παιδιά μεγάλωναν γρήγορα στην Αργυρά, πιο γρήγορα από όσο έπρεπε. Ο Νικόλας ήταν δεκαέξι χρονών, όταν άρχισε να παρατηρεί πως κάτι έλειπε από αυτήν τη μικρή, μουδιασμένη πόλη. Δεν ήξερε τι ήταν, μόνο πως υπήρχε ένα αδιόρατο κενό. Κάθε βράδυ έβγαινε στο μικρό του μπαλκόνι και κοιτούσε τον ουρανό. Τα αστέρια φαίνονταν πιο μακρινά από άλλες πόλεις, ίσως επειδή κανείς δεν τα κοιτούσε πραγματικά.

Στο σχολείο, όταν ρωτούσαν «Τι θέλεις να γίνεις;», οι απαντήσεις ήταν ίδιες, ασφαλείς και έτοιμες. Κανείς δεν έλεγε ποιητής, ταξιδευτής, εφευρέτης, χορευτής. Ήταν λες κι αυτές οι λέξεις είχαν διαγραφεί.

-Πρέπει να πατάς γερά στη γη, έλεγε ο πατέρας του Νικόλα.

- Τα όνειρα φέρνουν απογοήτευση, έλεγε η μητέρα του. Μα ο Νικόλας ένιωθε πως κάτι μέσα του δε συμφωνούσε και συνεχώς έψαχνε να βρει απαντήσεις.

Ένα βράδυ, καθώς ο άνεμος φυσούσε πιο δυνατά από το συνηθισμένο, είδε κάτι παράξενο. Ένα φως άναψε στο παλιό δημαρχείο, ένα κτίριο κλειστό εδώ και χρόνια, ξεχασμένο στο κέντρο της πόλης. Το φως δεν έμοιαζε ηλεκτρικό, ήταν ζεστό, αλλά ζωντανό. Η περιέργεια νίκησε τον φόβο. Ο Νικόλας πέρασε το δρόμο και πλησίασε. Η βαριά πόρτα ήταν μισάνοιχτη, σαν να τον περίμενε.  Μέσα, η σκόνη χόρευε στον αέρα. Οι καρέκλες ήταν στοιχισμένες, σαν να είχε τελειώσει μόλις μία συνεδρίαση. Κι όμως, δεν υπήρχε κανείς. Στο βάθος της αίθουσας, πάνω σε ένα παλιό τραπέζι, υπήρχε ένα βιβλίο, με δερμάτινο εξώφυλλο, φθαρμένο, μα απαλό στην αφή.

Ο Νικόλας το άνοιξε. Οι σελίδες ήταν γεμάτες χειρόγραφες ιστορίες. Όχι παραμύθια, όνειρα, όνειρα ανθρώπων της πόλης. Κάποιος ήθελε να ταξιδέψει στη θάλασσα και να ζωγραφίσει κύματα. Κάποια ήθελε να ανοίξει μια βιβλιοθήκη γεμάτη χρωματιστά βιβλία. Κάποιος άλλος ήθελε να φτιάξει μηχανές που πετούσαν. Μα κάθε ιστορία σταματούσε απότομα, σαν να φοβήθηκαν όλοι να τη συνεχίσουν. Στη τελευταία σελίδα έγραφε: «Τα όνειρα που δεν λέγονται, χάνονται και οι πόλεις που δεν ονειρεύονται, σβήνουν, χάνονται από τον χάρτη».

 Καθώς ο Νικόλας έκλεινε το βιβλίο, άκουσε βήματα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα στεκόταν στην είσοδο. Τα μαλλιά της ήταν ασημένια, όχι από τα χρόνια, αλλά από το φως. Επιτέλους, είπε χαμογελώντας. Δεν έμοιαζε θυμωμένη, ούτε αυστηρή, μόνο κουρασμένη.

Του  εξήγησε πως το δημαρχείο δεν ήταν απλώς κτίριο. Ήταν κάποτε ο τόπος όπου οι άνθρωποι κατέθεταν τα όνειρά τους. Τα έγραφαν, τα μοιράζονταν, τα συζητούσαν. Κι έτσι η πόλη φωτιζόταν. Μα με τον καιρό οι άνθρωποι άρχισαν να φοβούνται. Κάθε αποτυχία έσβηνε λίγο φως. Κάθε ειρωνεία, κάθε «δε γίνεται», κάθε «άστο καλύτερα» έκανε τις σελίδες να βαραίνουν. Μέχρι  που το φως έσβησε εντελώς.

-        Γιατί άναψε τώρα; ρώτησε ο Νικόλας. Η γυναίκα τον κοίταξε στα μάτια.

-        Γιατί κάποιος ξανακοίταξε τον ουρανό, του είπε.

  Ο Νικόλας κάθισε, πήρε το βιβλίο κι έμεινε ώρα κοιτάζοντας τη λευκή, τελευταία σελίδα. Τα χέρια του έτρεμαν. Δεν είχε ξαναγράψει όνειρο, είχε μάθει να τα κρατάει μέσα του. Κι  όμως έγραψε.

-        Θέλω να φτιάξω μια πόλη, που δε φοβάται να ελπίσει. Θέλω να δίνω μορφή στις ιστορίες, που οι άλλοι δεν τόλμησαν να τελειώσουν.

           Τη στιγμή που το έγραψε, το φως απλώθηκε σε όλη την αίθουσα. Δεν ήταν εκτυφλωτικό. Ήταν απαλό, σαν αναπνοή. Έξω ένα παράθυρο άνοιξε.

Την επόμενη μέρα κάποιος ζωγράφισε έναν ήλιο σε έναν γκρίζο τοίχο. Μια γυναίκα γέλασε δυνατά στην αγορά. Ένα παιδί είπε πως θέλει να γίνει αστροναύτης και κανείς δεν τον διέκοψε ούτε τον κορόιδεψε.

Το δημαρχείο συνέχισε να φωτίζεται κάθε νύχτα. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν απότομα, άλλαζαν λίγο – λίγο, μα κάθε λίγο ήταν αρκετό. Κι έτσι η Αργυρά δεν έγινε ξαφνικά λαμπερή, έγινε όμως ζωντανή. Γιατί τα όνειρα δεν είχαν χαθεί, απλώς περίμεναν κάποιον να τα ανακαλύψει.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

   Πριν κατακρίνεις   σκέψου αν ο αγώνας   για κείνον άθλος                                  Γιώργος Ρούσκας Συμπληρώνονται φέτος δέκα χρό...