Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Νεφέλη Κουτσούκου Μουσικό Γυμνάσιο Κορίνθου

 Έπαινος Διηγήματος  Γυμνασίου 

 

Το χλιμίντρισμα μέσα από τη βιτρίνα

 

       Πώς θα ήταν αν μπορούσαμε να φέρουμε τον χρόνο κάποιες χιλιετίες πίσω; Να δούμε και να γνωρίσουμε όλα αυτά τα μυθικά πλάσματα από κοντά! Να μας διηγηθούν τις ιστορίες τους… Τα ταξίδια τους… Πλέον, ο μόνος τρόπος να έρθω κοντά σε αυτά, είναι τα μουσεία. Πριν κάποιες ημέρες, επισκέφτηκα κι ένα στην Αθήνα! Καινούργιο!

       Ο κήπος του μουσείου ήταν καταπράσινος! Οι μυρωδιές των ποικίλων λουλουδιών και τα αγάλματα που τον στόλιζαν, μου μετέδωσαν απευθείας μία αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Μέσα στο μουσείο, περνώντας δίπλα από γλυπτά, αγγεία και λαμπερά κοσμήματα που έχουν επιβιώσει τόσες γενιές, ένιωθα πολύ «μικρή» και φυσικά γεμάτη δέος. Όλα τα εκθέματα ήταν εκθαμβωτικά, όμως ένα…απλά υπέροχο! Αυτό ήταν ο Πήγασος. Ένιωσα μία ιδιαίτερη σύνδεση με αυτό το περίεργο, φτερωτό άλογο. Σαν να ήθελε να μου εμπιστευθεί ένα μυστικό που οι αιώνες σκέπασαν. Τότε, γεμάτη περιέργεια, πλησίασα κι άλλο τη βιτρίνα του μυθικού αυτού πλάσματος και άκουσα ένα υπόκωφο χλιμίντρισμα. Τα φτερά του, αργά-αργά άνοιγαν και τα μάτια του σπίθιζαν. Ήθελε να πετάξει μακριά! Κι έτσι, το κρύο τζάμι της βιτρίνας, από ένα εμπόδιο μετατράπηκε σε μία θεόρατη πύλη ή αλλιώς μία είσοδο για το παρελθόν.

                              «Ονειρεύομαι;», αναρωτήθηκα. Αλλά όχι! Ό,τι ζούσα ήταν αληθινό, αλλά και τόσο… πρωτόγνωρο. Ριπές αέρα με παρέσυραν και πριν ακόμα το καταλάβω, βρέθηκα στη ράχη του Πήγασου. Ήταν πολύ όμορφος! Το τρίχωμά του ήταν κατάλευκο. Παλλόμενο και ζεστό. Να! Σαν αυτό του μαρμάρου το οποίο το φυλάκιζε τόσους αιώνες μέσα του. Με πήρε απευθείας από εκεί και δραπετεύσαμε μακριά από την πολυκοσμία. Είχαμε ξεφύγει από τη σιωπή του μουσείου και μεταφερόμασταν σε μία άλλη, διαφορετική εποχή.

       Μαζί του, πέταξα πάνω από την Ακρόπολη. Η θέα έμοιαζε με ένα κέντημα πλούσιο από ιστορία και πολιτισμό. Δεν ήθελα να φύγω από εκεί! Ένιωθα πως αν άπλωνα το χέρι μου θα άγγιζα την αιωνιότητα! Παρόλ’ αυτά, το φτερωτό άλογο δεν άκουγε τίποτα. Έτσι, ο Παρθενώνας όλο και μίκραινε ώσπου χάθηκε εντελώς. Με μία απότομη αναστροφή, κατευθυνθήκαμε  δυτικά, αφήνοντας τον ιερό βράχο πίσω μας. Δεν ήξερα και ούτε μπορούσα να φανταστώ τι επρόκειτο να συμβεί.

        Ένιωθα τον χτύπο της καρδιάς μου σε όλο μου το σώμα με γοργό ρυθμό και ο βαρύς και παγωμένος τρόμος με κυρίευε! Όμως ο Μπάτης του Σαρωνικού κατάφερε να με καθησυχάσει. Χάιδευε απαλά τα στιβαρά φτερά του Πήγασου, καθώς και τα δικά μου μαλλιά ανέμιζαν ανέμελα. Μαζί με το γλυκό του φύσημα, η μυρωδιά της θάλασσας και των πεύκων των ακτών της Κινέττας μεταμόρφωσαν τον φόβο μου σε αγαλλίαση και τώρα πια ξεκίνησα να απολαμβάνω αυτήν την αναδρομή στο παρελθόν ακόμα περισσότερο. Ξαφνικά, από τον Πήγασο ακούστηκε ένα χαρούμενο, μικρό χλιμίντρισμα. Μπορεί να αναπόλησε τον παλιό του φίλο και αναβάτη, τον Βελλερεφόντη.  Είχαμε καταλάβει και οι δύο, εγώ και ο Πήγασος, πως πλησιάζαμε στον Ισθμό. Φτάναμε στο σπίτι του.

         Ύστερα από λίγα λεπτά, συνειδητοποίησα πως πλέον είχαμε μία καθοδική πορεία και τότε ήταν που ξεκαθάρισε το τοπίο. Τώρα πια θα μπορούσα να δω την ξακουστή σχισμή για την οποία πάντα μα πάντα αναρωτιόμουν και να καταλάβω γιατί μιλούν όλοι γι’ αυτήν. «Για ποιον λόγο μπορεί ένα απλό άνοιγμα στη γη να είναι τόσο σημαντικό;», σκεφτόμουν. Ώσπου έμαθα! Ο Ισθμός δεν ήταν απλά αυτό. Δεν ήταν κάτι ασήμαντο. Καθώς κατευθυνόμασταν με ταχύτητα προς το εσωτερικό του καναλιού, όλα άλλαζαν σταδιακά κλίμακα. Όλα τα βλέπαμε σε μία πολύ διαφορετική διάσταση απ’ ό,τι τα φανταζόμουν και τα χάζευα στις φωτογραφίες. Τα τοιχώματα του Ισθμού, υψώθηκαν απότομα γύρω μας σαν τεράστια πέτρινα βιβλία των οποίων κάθε σελίδα είχε να διηγηθεί μία άλλη ιστορία. Δικιά της! Ξεχωριστή! Όλες οι αποχρώσεις του καφέ και ο συνδυασμός όλων των γήινων χρωμάτων, με οδήγησαν στο να καταλάβω πως αυτό το «άνοιγμα» ήταν ένα από τα σημαντικότερα μηχανικά κατορθώματα για τη φύση και για τους ανθρώπους.

        Τη γαλήνη αυτή του ταξιδιού, για κακή μας τύχη, ήρθε απρόσμενα να μας τη χαλάσει ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Σαν ηχώ από ατσάλι που ήθελε με εμμονή να δαμάσει τον ελεύθερο καλπασμό μας. Ο Πήγασος ταράχτηκε πολύ! Τα φτερά του, τα οποία μέχρι πριν μερικά δευτερόλεπτα άνοιγαν στον αέρα σαν λευκά σεντόνια και έσκιζαν τα σύννεφα, άρχισαν τώρα να τρέμουν σαν να προσπαθούσαν να αφουγκραστούν την απειλή που ερχόταν από το μέλλον.

      Είπα τότε να γυρίσω το κεφάλι μου να δω κι εγώ τι συμβαίνει. Στην αρχή δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που έβλεπα. Ένα μεταλλικό έντομο; Ένα μεταλλικό αρπακτικό; Έπειτα, εφόσον ήρθε πιο κοντά σε εμάς, κατάλαβα τι ήταν. Αυτό που διέσχιζε τη χαράδρα του Ισθμού, ήταν ένα μεγάλο ή μάλλον… ένα γιγάντιο… ελικόπτερο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τι να σκεφτώ. Πώς να αντιδράσω όταν ξέρω ότι ο κίνδυνος είναι ακριβώς πίσω μας και μας ακολουθεί; Ο δεσμώτης των νόμων. Ναι, έτσι ήταν. Το ελικόπτερο, με το σιδερένιο του σώμα και τους έλικές του, τις κάμερες υψηλής ευκρίνειας και τη γερή κατασκευή του, ήρθε ως εκπρόσωπος ενός κόσμου που είναι όλα ακριβώς υπολογισμένα και δεν υπάρχει καμία πίστη στο αδύνατο. Αλλά ο Πήγασος; Ο Πήγασος ήταν ο ίδιος ο νόμος της ελευθερίας. Φτιαγμένος από θάλασσα και άνεμο. Εγώ με αυτόν είχαμε καταφέρει να ξεπεράσουμε τη λογική και υπολογιστική σκέψη των μηχανών, πετώντας με την ορμή του μύθου.

        Ο Πήγασος, με μια ακαριαία σύσπαση των φτερών του, έγειρε λίγο πλάγια, βυθίζοντας το ένα του φτερό μέσα στα σμαραγδένια νερά του Κορινθιακού. Μόλις ήρθε σε επαφή με το υδάτινο στοιχείο, ένα κύμα ηλεκτρισμού τον διαπέρασε. Μια λευκή γραμμή από αφρό υψώθηκε πίσω μας, σαν τείχος, το οποίο τύφλωσε για λίγο τους προβολείς του ελικοπτέρου. Εκείνα τα δευτερόλεπτα, τα ραντάρ του ελικοπτέρου το μόνο που κατέγραφαν ήταν ένα χάος του υδάτινου στοιχείου. «Τώρα!» ψιθύρισα στο αυτί του Πήγασου. Αυτό μόνο. Δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες και κατάλαβε αμέσως τι ήθελα να του πω. Κατευθείαν, τινάχθηκε κάθετα προς τον ουρανό και όσο εμείς υψωνόμασταν, ο «δεσμώτης των νόμων» συνέχιζε να παλεύει με τα ορμητικά κύματα. Η μακρινή πια από εμάς σχισμή της γης, ο Ισθμός, μας αποχαιρέτησε για πάντα, αλλά η Ακροκόρινθος μας έγνεφε από μακριά, έτοιμη να μας δεχτεί σύντομα στην αγκαλιά της.

        Πριν καν το συνειδητοποιήσω, είχαμε φτάσει στον Ακροκόρινθο. Εκεί που κρύβονταν και θα κρύβονται για αιώνες, πολλές αρχαίες προσωπικότητες. Όταν οι οπλές του Πήγασου άγγιξαν το πρώτο λιθόστρωτο, ένιωσα το έδαφος να σείεται. Μάλλον από την ενέργεια που πλημμυρίζει αυτόν τον χώρο. Το άλογο με σιγουριά και χωρίς καμία ταραχή προχωρούσε όλο και πιο βαθιά. Φαινόταν πως ήξερε την κάθε πέτρα αυτού του τόπου. Κάθε στενό πέρασμα που σβήνει στο πέρας των χρόνων. Η δόνηση επικρατούσε και μάλιστα όσο περνούσε δυνάμωνε όλο και περισσότερο. Ήταν σαν να ακουγόταν ο χτύπος της καρδιάς της γης. «Είμαι τόσο τυχερή που περπατάω εδώ! Σ’ αυτά τα πέτρινα μονοπάτια, μπορεί να περπατούσαν κάποτε οι βασιλιάδες με τους υπέρλαμπρους μανδύες τους!», μονολογούσα καθώς ακολουθούσα τα χνάρια του Πήγασου.

          Έλα όμως που η μοίρα μας είχε άλλα σχέδια. Καθώς κατευθυνόμασταν προς το εσωτερικό του κάστρου και συγκεκριμένα προς την Πειρήνη Κρήνη, ένας εκτυφλωτικός προβολέας έσκισε τον ουρανό και μας κάρφωσε πάνω στους αρχαίους λίθους. Απ’ ό,τι φάνηκε, το ελικόπτερο δεν είχε εγκαταλείψει τη μάχη. Επέστρεψε πολύ πιο δυναμικά και μάλιστα τώρα ήρθαν κι άλλα. Μία ολόκληρη πολιορκία. Ο ουρανός πύκνωσε επικίνδυνα. Ο μεταλλικός, τρομακτικός βρυχηθμός ήταν τόσο έντονος που μου έδωσε κατευθείαν την εντύπωση πως η πολιορκία αυτή δεν θα έληγε αν δεν ξερίζωνε κάθε βράχο του Ακροκορίνθου από τη θέση του. Ο Πήγασος δεν πτοήθηκε όμως ούτε στιγμή. Ίσα ίσα, αψηφώντας το πανδαιμόνιο που συνέβαινε πάνω μας, καλπάζοντας με περηφάνια, με οδήγησε στην Πειρήνη Κρήνη.

          Τότε ήταν που ξεκίνησαν τα ελικόπτερα να έρχονται όλο και πιο κοντά στο έδαφος, ώσπου ένα-ένα προσγειώνονταν. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είχαμε ήδη περικυκλωθεί από τα ελικόπτερα. Παρόλο που οι έλικές τους σταμάτησαν να γυρίζουν, ο αέρας δεν είχε ησυχάσει ακόμα. Μέσα από τις σιδερένιες πόρτες των ελικοπτέρων, δεν βγήκαν άνθρωποι, αλλά φιγούρες με αξιοπερίεργα χαρακτηριστικά. Δεν είχαν πρόσωπα! Είχαν οθόνες που αντανακλούσαν το δικό μου έντρομο είδωλο. Μας περικύκλωσαν σε έναν μαθηματικό, τέλειο κύκλο, κρατώντας παράξενα καλώδια.

          Πρώτη φορά είδα τον Πήγασο να ανησυχεί. Ίσως να πίστευε πως πλησίαζε το τέλος μας. Ίσως νόμιζε πως οι μηχανές θα κερδίσουν τη φύση αυτήν τη φορά. Τα καλώδια σταδιακά στένευαν. Ενώ εμείς παραμέναμε τρομοκρατημένοι, ο ασφυκτικός κύκλος που μας περικύκλωνε, εξέπεμπε ένα μπλε φως σαν ένα απόκοσμο πέπλο που ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος ζωής. Όμως, την ύστατη στιγμή της αναμέτρησης,  ο Πήγασος αντέδρασε με μια κίνηση ακατανίκητης περηφάνιας.  Βύθισε τις οπλές του στα καθαρά νερά της Πειρήνης Κρήνης, εκεί που το νερό κυλάει σαν αιώνιο ασήμι, αδιάφορο για το μέλλον. Εγώ αμέσως ένιωσα ασφάλεια, αφού ο Πήγασος, απ’ ό,τι αποδείχθηκε ύστερα από τόσες δοκιμασίες, ξέρει ακριβώς τι να κάνει για ό,τι κι αν συμβεί. 

          Τα φώτα των ελικοπτέρων ξαφνικά έσβησαν σαν να τα βραχυκύκλωσαν τα νερά της αρχέγονης πηγής. Ο θόρυβος που με τάραζε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, είχε πλέον εξαφανιστεί. Έπειτα, η εικόνα τους σταμάτησε να μας τρομάζει. Σε λίγα λεπτά, καπνός από αυτά άρχισε να εμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο. Ήμασταν και οι δύο φανερά χαρούμενοι που καταφέραμε επιτέλους να νικήσουμε τον εχθρό μας. Παρόλο που τα πόδια μου ακόμη έτρεμαν λίγο, ήθελα να φύγω το συντομότερο δυνατό από εκεί. Να πετάξω ξανά με τον Πήγασό μου! 

         Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο Πήγασος, σαν να διάβασε τις σκέψεις μου, έκανε αυτό που τόσο επιθυμούσα. Ανοίγοντας τα φτερά του, έδιωξε μεμιάς τη σκόνη των μηχανών του μέλλοντος και πέταξε μακριά. Επιτέλους τελείωσε όλη αυτή η δοκιμασία που έμοιαζε με έναν ατελείωτο, φρικτό εφιάλτη. Με ένα δυνατό τίναγμα των φτερών του, ο Πήγασος υψώθηκε στον νυχτερινό ουρανό, αφήνοντας πίσω μας τον βουβό πια βράχο του Ακροκορίνθου. Καθώς ανεβαίναμε όλο και ψηλότερα, ένιωσα τον αέρα να σφυρίζει στα αυτιά μου. Έσφιξα τα γόνατά μου στη ζεστή ράχη του και έμπλεξα τα δάχτυλά μου στη μεταξένια του χαίτη. Πόναγαν τα χέρια μου από το σφίξιμο, όμως δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να τον αφήσω. Ένιωθα πιο ασφαλής από ποτέ κρατώντας τον. Από εκεί ψηλά, η κορινθιακή γη άρχισε να ξετυλίγεται σαν ένας χάρτης καθώς και τα φώτα της πόλης έμοιαζαν με σπίρτα που ένα ένα άναβαν.

         Πετώντας πάνω από την πόλη, συνειδητοποίησα το πόσο τυχερή ήμουν. «Ποιος άλλος έχει την ευκαιρία να πετάει με ένα μυθικό πλάσμα;» φώναξα. Ένιωθα πως ο ουρανός ήταν όλος δικός μου. Τα σπίτια από κάτω έμοιαζαν με μικρά κουτάκια και οι δρόμοι με φωτεινά στίγματα. Ήταν όλα σαν ένα όνειρο! Ένα παραμύθι! Αυτή όμως η αίσθηση ξεκίνησε να χάνεται… Τα αυτιά μου άκουγαν τώρα παράξενους ψιθύρους από το υπερπέραν. Όσο περνούσε η ώρα, γίνονταν πιο γνώριμοι, πιο γήινοι. Περνώντας πάνω από τον Ισθμό, το «πεδίο μάχης», είδα από μία άλλη οπτική γωνία τη βαθιά χαραγματιά στη γη που πια δεν έμοιαζε με παγίδα, αλλά με ένα ήσυχο μονοπάτι που μας οδηγούσε πίσω.

         Ο Πήγασος άρχισε να χαμηλώνει. Η ζεστή του ράχη άρχισε να σκληραίνει κάτω από τα πόδια μου και η μεταξένια χαίτη του έγινε τραχιά σαν μάρμαρο. Άνοιξα απότομα τα μάτια μου. Μια λάμψη με τύφλωσε, αλλά δεν ήταν οι προβολείς των ελικοπτέρων όπως φοβόμουν. Ήταν το φλας από την κάμερα ενός τουρίστα. Βρισκόμουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Από εκεί που ξεκινήσαμε! Μπροστά μου δεν υπήρχε ο ζωντανός Πήγασος, αλλά ένα μαρμάρινο άγαλμα το οποίο έστεκε πίσω από τη βιτρίνα. Οι "ψίθυροι από το υπερπέραν" δεν ήταν παρά οι ομιλίες των επισκεπτών που αντηχούσαν στην αίθουσα του μουσείου.

        «Σε δέκα λεπτά το μουσείο κλείνει!», ακούστηκε μία βροντερή φωνή. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά μέχρι και τώρα, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο. Τα χέρια μου πονούσαν αφόρητα από το σφίξιμο ακόμα. Πήρα βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω και σιγά σιγά κατευθύνθηκα προς την έξοδο του μουσείου. Λίγα βήματα πριν βγω από εκεί, γύρισα πίσω τρέχοντας για να τον αποχαιρετήσω έστω για μία τελευταία φορά. Κόλλησα το πρόσωπό μου στη γυάλινη τζαμαρία και με δάκρυα στα μάτια και τρεμάμενη φωνή, του ψιθύρισα: «Αντίο!». Φεύγοντας, έριξα μια τελευταία ματιά πάνω στο μάρμαρο και είδα κάτι να λάμπει στην οπλή του αλόγου. Πλησίασα για άλλη μία φορά και κατάλαβα πως ήταν μία σταγόνα νερού. Χαμογέλασα. Για όσο χρόνο είχα τα μάτια μου κλειστά, ο Πήγασος κι εγώ είχαμε όντως ταξιδέψει στον χρόνο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

   Πριν κατακρίνεις   σκέψου αν ο αγώνας   για κείνον άθλος                                  Γιώργος Ρούσκας Συμπληρώνονται φέτος δέκα χρό...