2ο Βραβείο Διηγήματος Γυμνασίου
Η γεωγραφία των
αποχαιρετισμών
Το σπίτι στο χωριό
δεν κατέρρεε από τον χρόνο, αλλά από την απουσία. Ήταν μια αργή, μεθοδική
αποσύνθεση, σαν το κτίσμα να είχε αποφασίσει πως δεν αξίζει να κρατάει τους
τοίχους του όρθιους, αφού κανείς δεν ακουμπούσε πια πάνω τους. Η Ελένη στάθηκε
στο κατώφλι, κρατώντας το κλειδί που έμοιαζε με παγωμένο κόκαλο στην παλάμη
της.
Η Μάνη έξω άχνιζε
από τη μεσημεριανή κάψα. Οι πέτρες, λευκές και άνυδρες, έμοιαζαν με απολιθωμένα
κύματα. Όταν η κλειδαριά υποχώρησε με έναν μεταλλικό στεναγμό, η μυρωδιά την
υποδέχτηκε πρώτη. Δεν ήταν μούχλα· ήταν η μυρωδιά του κλειστού χρόνου, μια μείξη
από λιβάνι που είχε ποτίσει το ξύλο, ξερή ρίγανη και την αλμύρα που κατάφερνε
να τρυπώνει από τις χαραμάδες των παλαιών παντζουριών.
Στο κέντρο του
δωματίου, ο αργαλειός της γιαγιάς της, της Ποθητής, στεκόταν σαν σκελετός ενός
προϊστορικού ζώου. Οι κλωστές που είχαν κοπεί προ πολλού, κρέμονταν τώρα σαν
ξεραμένες φλέβες, γκρίζες από την σκόνη. Η Ελένη πλησίασε και άγγιξε το ξύλο.
Ήταν λείο, φαγωμένο από την τριβή των χεριών γενεών και γενεών.
Εδώ υφάνθηκαν τα
προικιά, τα σάβανα και οι σιωπές. Κάθε χτύπος του χτενιού ήταν και μια μέρα που
έφυγε, κάθε σχέδιο και μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ δυνατά. Η γιαγιά της
δεν μιλούσε πολύ. Έκλεινε μέσα στα υφαντά της τα «όχι» που δεν τόλμησε να πει και
τα «φύγε» που δεν τόλμησε να ακολουθήσει. Η Ελένη θυμόταν τα χέρια της
–ροζιασμένα, να παλεύουν με το μαλλί σαν να προσπαθούν να τιθασεύσουν το ίδιο
το πεπρωμένο.
Στο τραπέζι της κουζίνας υπήρχε ακόμα ένα μισογεμάτο
ποτήρι νερό. Είχε εξατμιστεί πριν από χρόνια, αφήνοντας έναν λευκό κύκλο από
άλατα στον πάτο του - ένα στεγνό φάντασμα αυτού που κάποτε ήταν ξεδιψασμός.
Δίπλα του, ένα ξεχασμένο σημειωματάριο με συνταγές και δοσολογίες για βαφές
νημάτων.
Η Ελένη άρχισε να
ξεφυλλίζει τις κιτρινισμένες σελίδες. Στο τέλος του τετραδίου, ανάμεσα σε
οδηγίες για το πώς να βγάζεις το βαθύ κόκκινο από τα ριζάρια, βρήκε μια
διπλωμένη επιστολή. Το χαρτί ήταν τόσο λεπτό που έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί σε
σκόνη. Η ημερομηνία έγραφε: Αύγουστος 1958.
«Ποθητή, το καράβι
φεύγει Τρίτη. Έχω δυο εισιτήρια. Το ένα έχει το όνομά σου. Αν δεν έρθεις στο
λιμάνι, θα ξέρω πως η πέτρα της Μάνης είναι πιο δυνατή από το αίμα σου. Μην μου
απαντήσεις. Απλώς έλα».
Η Ελένη ένιωσε έναν
κόμπο στον λαιμό. Η γιαγιά της δεν πήγε ποτέ. Έμεινε εκεί, παντρεύτηκε τον
παππού, γέννησε παιδιά, ύφανε χιλιόμετρα από βαμβάκι μαλλί, και πέθανε με το
βλέμμα στραμμένο στο βουνό, ποτέ στη θάλασσα. Η θάλασσα ήταν για εκείνη ένας
δρόμος που δεν περπάτησε, μια υπόσχεση που έμεινε να αλμυρίζει στα χείλη της.
Κάθισε στην παλιά
ψάθινη καρέκλα. Κοίταξε τις φωτογραφίες στο εικονοστάσι. Πρόσωπα αυστηρά,
σκαμμένα από τον ήλιο, άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ να χαμογελούν στις κάμερες,
γιατί η ζωή τους ήταν μια διαρκής διαπραγμάτευση με τη γη και τον θάνατο. Η
Ποθητή στη φωτογραφία του γάμου της έμοιαζε με ξένη. Τα μάτια της ήταν δύο
μαύρες τρύπες που κατάπιναν το φως.
Τότε η Ελένη
κατάλαβε. Η γιαγιά της δεν έμεινε από φόβο, αλλά από μία παράξενη, τραχιά
περηφάνια. Η ελευθερία για εκείνες τις γυναίκες δεν ήταν η φυγή, αλλά η αντοχή.
Το να ριζώνεις εκεί που οι άλλοι ξεριζώνονται. Έμεινε για να κρατήσει το όνομα,
τη γενιά, την πέτρα. Για να μπορεί η Ελένη, δύο γενιές μετά, να επιστρέψει σε
κάτι που ονομάζεται «σπίτι».
Η Ελένη σηκώθηκε.
Πήρε το σημειωματάριο και το γράμμα. Βγήκε έξω στο λιοπύρι και κλείδωσε την
πόρτα. Ο ήχος του κλειδιού ακούστηκε σαν τελεία στο τέλος μιας τεράστιας
πρότασης. Κοίταξε τον δρόμο που οδηγούσε κάτω προς το λιμάνι του Γυθείου. Για
μια στιγμή, νόμισε πως είδε μια νεαρή κοπέλα με μια μικρή βαλίτσα να στέκεται
στη στροφή του δρόμου, να κοιτάζει πίσω της και μετά να εξαφανίζεται μέσα στην
κάψα.
Δεν ήταν η γιαγιά
της. Ήταν η ίδια η μνήμη που αποχαιρετούσε τον εαυτό της. Η Ελένη κατάλαβε πως
το σπίτι δεν χρειαζόταν πια τοίχους για να υπάρξει. Υπήρχε μέσα στο γράμμα,
μέσα στη μυρωδιά της ρίγανης, μέσα στον τρόπο που η ίδια στεκόταν απέναντι στον
άνεμο.
Κατέβηκε το
μονοπάτι. Στην τσέπη της, το κλειδί δεν ήταν πια παγωμένο. Είχε πάρει τη
θερμοκρασία του σώματός της. Η γεωγραφία των αποχαιρετισμών είχε επιτέλους
χαρτογραφηθεί. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι πέτρες μένουν, αλλά οι ιστορίες είναι
εκείνες που κρατούν τον κόσμο όρθιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου