1ο Βραβείο Διηγήματος Λυκείου
Όταν
κοιτάς από ψηλά
Λένε πως, αν κάποιος τύχει
να πνίγεται στη θάλασσα, βλέπει τη ζωή του στιγμιαία να περνάει μπροστά απ’ τα
μάτια του σαν ταινία. Έτσι τώρα κι εγώ νιώθω να με ρουφάει η θάλασσα της ζωής
που δεν επέλεξα. Πνίγομαι και βλέπω να
περνάνε άθελα μου εικόνες της μικρής και πρόσκαιρης ζωής μου - μνήμες, στιγμές
και συναισθήματα.
Θυμάμαι τον μπαμπά μου, τη
μαμά μου κι εμένα τα Σαββατόβραδα να πηγαίνουμε σινεμά κι ύστερα να βγαίνουμε
για φαγητό. Και στο τέλος, πάντα να ζητάω παγωτό! Να καθόμαστε τον χειμώνα
μπροστά στο τζάκι, παίζοντας επιτραπέζια και λέγοντας ανέκδοτα και ιστορίες που
γνώριζαν οι γονείς μου από τους παππούδες. Θυμάμαι τη μητέρα να στέκεται δίπλα
μου και να με παρηγορεί στα μικρά μου προβλήματα. Να ξαπλώνουμε το βράδυ μαζί
και να τραγουδάμε μέχρι να μας πάρει ο ύπνος τραγούδια που αγαπούσαμε. Θυμάμαι
τον παππού μου. Ω Θεέ μου, τι αισιόδοξος που ήταν! Πιο γλυκό και χαρούμενο
άνθρωπο δεν έχω γνωρίσει. Κι ας είχε περάσει τόσες φουρτούνες στη ζωή! Κι η
γιαγιά μου το ίδιο. Οι γονείς της χάθηκαν στον εμφύλιο και αυτή πήρε τις δύο
μικρότερες αδελφές της και τις μεγάλωσε σαν να ‘ταν αυτή η μάνα τους. Ποτέ στη
ζωή της δεν λύγισε. Πόσο τη ζηλεύω…
Αυτές ήταν οι καλές
στιγμές. Πόσο γλυκιά και φωτεινή έμοιαζε η ζωή τότε! Χωρίς σκοτούρες και το
βάρος του αύριο - μια ατελείωτη Κυριακή
γεμάτη ανεμελιά. Τότε, που το μόνο μου πρόβλημα ήταν ένα γρατζουνισμένο γόνατο ή
τα παιχνίδια που δεν ήθελα να τελειώσουν ποτέ. Νόμιζα πως ο κόσμος ήταν ένα
ασφαλές κάστρο, φτιαγμένο από τα γέλια του μπαμπά και τις αγκαλιές της μαμάς
και δεν φανταζόμουν ποτέ μα ποτέ ότι θα
μπορούσε να γκρεμιστεί.
Η ανεμελιά είναι σαν ένα
κομμάτι κρυστάλλου λεπτό, σχεδόν αόρατο, που σπάει με την παραμικρή δόνηση. Μερικές
φορές αρκεί μόνο μια λέξη ή ένα βλέμμα ή ακόμα και απλά η σιωπή. Και όταν αυτός
ο κρύσταλλος γίνει χίλια κομμάτια, δεν ξανακολλάει. Τα θραύσματά του μένουν
εκεί, στο πάτωμα της ψυχής σου, και σε κόβουν κάθε φορά που επιχειρείς να
κάνεις βήματα προς την ευτυχία. Το δικό μου λοιπόν «κάστρο», δεν γκρεμίστηκε
από τίποτ’ άλλο παρά από αυτούς που το
έχτισαν.
Οι γονείς μου άρχισαν να
έχουν προβλήματα μεταξύ τους κι αφορμή ήταν η αναδουλειά του μπαμπά. Τώρα πια
πιστεύω πως απλώς δεν ταίριαξαν ποτέ πραγματικά. Νευρικότητα, γκρίνια, τσακωμοί
προστέθηκαν στο σκηνικό.
Πέρασε πολύς καιρός κι ο
μπαμπάς δεν έβρισκε καινούργια δουλειά. Άρχισε να πίνει. Κι όταν έπινε,
ξεσπούσε στη μαμά. Εγώ έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έχασα την όρεξη για
ζωή. Ούτε φίλοι, ούτε τίποτα. Δεν ήξερα πού να στραφώ. Πού ήταν η μαμά κι ο
μπαμπάς που ήξερα; Μαζί μου πάντως όχι.
Μέσα
στα προβλήματά τους δεν πρόσεξαν ότι εγώ άρχισα να υποφέρω από κατάθλιψη
κι να αδυνατίζω. Άναρωτιόμουν αν με
ήθελαν, αν με χρειάζονταν και αν με
αγαπούσαν. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πια πολύ, δεν αστειευόταν. Σαν
ξυράφι χάραζε την καρδιά μου η σιωπή του. Η μητέρα μου κλείστηκε στον εαυτό της
και δεν είχε όρεξη πια ούτε για αγκαλιές ούτε για τραγούδια. Μου έκοβαν την
ανάσα, με διέλυαν με την απόσταση που μεγάλωνε μεταξύ τους. Ήταν λες και
κρατούσαν ένα τσεκούρι και χτυπούσαν ένα μικρό δεντράκι στη ρίζα του. Γκαπ!
Ξανά και ξανά, μέχρι να λυγίσει, μέχρι να πέσει. Με τσάκιζαν και οι δύο. Κι εγώ
στεκόμουν εκεί κάθε μέρα, να δέχομαι τα χτυπήματα χωρίς να φταίω.
Όταν τελικά άρχισαν να
προσέχουν την κατάστασή μου, τα λόγια τους γίνηκαν μαχαιριές στην καρδιά μου: «Τι
χάλια είναι αυτά! Κοίταξε πως έγινες!»
Τότε δεν άντεξα άλλο. Ένιωσα το
δέρμα σαν φυλακή που με έπνιγε. Πάνω στην απόγνωσή μου πήρα ένα μαχαίρι. Χωρίς
να το πολυσκεφτώ, άρχισα να χαράζω και να τρυπάω το σώμα μου. Όμως, όλως
περιέργως, δεν πόναγα. Είχα σταματήσει να νιώθω πόνο προτού καν ακουμπήσει το
μέταλλο πάνω μου. Το έκανα κάθε φορά που άκουγα τους τσακωμούς τους. Μια πληγή
για κάθε λέξη. Μια χαραγματιά για κάθε αδιαφορία. Αντί να πληγώσω αυτούς που με
πλήγωναν, πλήγωνα τον εαυτό μου. Όταν με
πήγαν στους γιατρούς, είχα ήδη αδειάσει. Ήμουν ένα ράκος - ένα ράκος στολισμένο με φάρμακα και
συνεδρίες.
Και μετά ήρθε το διαζύγιο.
Η είδηση έσκασε σαν βόμβα, αλλά το ωστικό κύμα χτύπησε μόνο εμένα: έπρεπε να
μείνω με τη μαμά. Εκείνη είχε σπίτι, είχε δουλειά. Πήρε την κηδεμονία και την
επιμέλειά μου. Εγώ όμως ήθελα να μείνω με τον παππού και τη γιαγιά - εκεί ένιωθα ασφαλής.
Θυμάμαι το γραφείο του
δικηγόρου. Την παγωνιά του κλιματιστικού. Ο πατέρας μου απέφευγε να με κοιτάξει
στα μάτια, λες και ήμουν μια εκκρεμότητα που ήθελε να κλείσει. Η μητέρα μου
καθόταν απέναντι σφιγμένη. Υπέγραψαν. Μια μονοκοντυλιά, και η ζωή μου άλλαξε
σελίδα.
Μόλις είδα την υπογραφή,
ένιωσα το έδαφος να χάνεται. Ξέσπασα σε λυγμούς. Έπεσα στα γόνατα, έπιασα τα
χέρια τους και άρχισα να ουρλιάζω ανάμεσα στα δάκρυα:
«Όχι, σας παρακαλώ! Σας εκλιπαρώ,
μην με αφήσετε μαζί της… μη με αφ… αφήσετε!»
Η κραυγή μου πάγωσε τον χρόνο. Ο
δικηγόρος άφησε την πένα του, εμφανώς αμήχανος. Ο πατέρας μου κοίταξε το
πάτωμα, σαν να ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Ακόμα και το σφιγμένο
χαμόγελο της μητέρας μου εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση του σε μια παγωμένη
ενόχληση.
Τότε, ο παππούς και η
γιαγιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στέκονταν σιωπηλοί στη γωνία, έκαναν ένα
βήμα μπροστά. Ο παππούς με σήκωσε από το πάτωμα και μ’ έχωσε στην αγκαλιά του. «Αρκετά»,
είπε . «Δεν βλέπετε; Το παιδί διαλύθηκε. Αφήστε τη σε εμάς και κοιτάξτε να
φτιάξετε τη ζωή σας. Θα την προσέχουμε εμείς. Θα έχει το σπίτι μας, τη ζωή
μας». Μια παράξενη ησυχία κάλυψε την ατμόσφαιρα. Οι γονείς μου αντάλλαξαν μια
ματιά - μια ματιά που έλεγε περισσότερα για την ανακούφισή τους παρά για τη
λύπη τους. Ίσως τελικά να τους βόλευε : θα ήταν ελεύθεροι να συνεχίσουν τις
ζωές τους, χωρίς το «βάρος» ενός παιδιού που τους θύμιζε τις αποτυχίες τους.
«Εντάξει», συμφώνησαν κι δύο. «Αν είναι για το καλό της... ας μείνει με τους
παππούδες ».
Εκείνη τη μέρα, δεν γύρισα
στο σπίτι - φυλακή. Γύρισα στο σπίτι με τα λουλούδια στο μπαλκόνι, εκεί που το
"σ' αγαπώ" ήταν αληθινό. Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου.
Αυτά τα χρόνια ήταν τελικά τα γλυκύτερα χρόνια της
ζωής μου γιατί υπήρχε η πραγματική, άδολη αγάπη των παππούδων μου. Σιγά σιγά αποκαταστάθηκε και η υγεία μου και
άρχισα να βρίσκω την όρεξη για την ζωή που είχα χάσει. Τους γονείς μου τους
έβλεπα αραιά και πού.
Οι λατρεμένοι αυτοί
παππούδες, όμως, δεν άντεξαν για πολύ. Μέσα σε τρία- τέσσερα χρόνια έφυγαν κι
δύο… Έτσι επέστρεψα στη μητέρα μου και γύρισα άλλη μια σελίδα. «Ήρθε η ώρα να
επιστρέψεις στο σπίτι», είπε. «Θα τα διορθώσουμε όλα τώρα. Θα γίνουμε πάλι όπως
ήμασταν παλιά. Ευτυχισμένοι».
Επτά μέρες. Εκατόν εξήντα
οκτώ ώρες, που ο αέρας στο σπίτι στράγγιξε. Η παρουσία της έμοιαζε με μια
διαρκή εισβολή. Κάθε φορά που την έβλεπα ένιωθα πως μου έκλεβε το οξυγόνο. Με
μελετούσε σιωπηλά, σαν να σχεδίαζε πώς θα με «μοντάρει» ξανά για να ταιριάζω σε
αυτή την ψεύτικη ευτυχία που ονειρευόταν. Δεν άντεχα άλλο να με κοιτάζει
έτσι. Φοβόμουν το μέλλον μαζί της. Άφησα
την πόρτα να κλείσει πίσω μου χωρίς να την κοιτάξω. Χρειαζόμουν αέρα.
Και κάπως έτσι λοιπόν, μια
βδομάδα μετά, βρίσκομαι στην ταράτσα της πολυκατοικίας μας. Στέκομαι ακριβώς
στην άκρη, εκεί που το μπετόν τελειώνει και αρχίζει το κενό, σκεπτόμενη τι θα
κάνω το επόμενο δευτερόλεπτο. Το έχω
αποφασίσει. Θα πέσω… Θα αφήσω το σώμα μου να το παρασύρει η βαρύτητα. Σκύβω να
δω κάτω, κοιτώντας το πεζοδρόμιο που φαντάζει τόσο μακρινό και ταυτόχρονα τόσο
λυτρωτικό. Θα πέσω… Θα πέσω…
Και κοίτα να δεις… εκεί που
περιμένω να ακούσω μόνο τον άνεμο, αρχίζει να ακούγεται ένα τραγούδι…Μια παλιά,
γνώριμη μελωδία που τραγουδούσε η μαμά μου, τότε που νόμιζα ότι ήμασταν
ευτυχισμένη οικογένεια, έρχεται από κάποιο ανοιχτό παράθυρο:
Πολύ με πίκρανες ζωή
μακριά θα φύγω ένα πρωί
θ' ανέβω σ' ένα αεροπλάνο
να δω τον κόσμο από κει πάνω
Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά
και συ την πήρες σοβαρά
Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι
Τι ειρωνεία…Ναι. Από εδώ
ψηλά, η πόλη μοιάζει με παιχνίδι. Τα αυτοκίνητα σαν σπιρτόκουτα και οι
άνθρωποι... οι άνθρωποι σαν μικρά μυρμήγκια που τρέχουν αλόγιστα. Το βλέμμα μου
θολώνει καθώς οι επόμενοι στίχοι με χτυπούν σαν κύμα:
Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τους ξεχάσεις
Και τότε την είδα. Εκείνη. Έβγαινε
από την είσοδο της πολυκατοικίας, για να πάρει αέρα. Την κοίταζα από το ύψος
μου και, για πρώτη φορά, δεν ένιωσα τον κόμπο στον λαιμό. Από αυτό το υψόμετρο,
η μητέρα μου δεν ήταν αυτή που θα όριζε τη ζωή μου. Ήταν απλώς μια μικροσκοπική
κουκκίδα στο γκρίζο τσιμέντο. Ένα μικρό μυρμήγκι περπατούσε αμέριμνα,
ανυποψίαστο για το πόσο ασήμαντο φαινόταν από εδώ πάνω. Τόσα χρόνια την έβλεπα
σαν έναν γίγαντα που σκίαζε τα πάντα γύρω μου. Τώρα, μου φαινόταν σχεδόν αστείο
που φοβόμουν κάτι τόσο δα μικρό.
Πόσο παράξενο... Τόσα
χρόνια τους επέτρεπα να ορίζουν το μέγεθος της ύπαρξής μου, ενώ τελικά ήταν
τόσο εύκολο να τους δω στην πραγματική τους διάσταση: μικρούς, αδύναμους,
σχεδόν αόρατους μέσα στο πλήθος. Η γιαγιά είχε δίκιο. Ο κόσμος δεν σε πνίγει αν
μάθεις να κολυμπάς πάνω από τα κύματά του.
Χαμογέλασα. Δεν θέλω να χωρέσω στη ζωή που έφτιαξαν χωρίς
εμένα.
Αγαπημένη μου, μην κλαις
πάμε μαζί ψηλά, αν θες
να δεις τη γη απ' τη σελήνη
ένα φεγγάρι είναι και κείνη
Σκούπισα τα μάτια μου. Δεν θα χαρίσω τη ζωή μου, για
να αποδείξω τον πόνο μου. Δεν τους αξίζει τέτοια θυσία.
Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά
και συ τον πήρες σοβαρά
Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια
Κι ό, τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις
Η γιαγιά, ένα κοριτσάκι μόλις οκτώ ετών, έμαθε να
αντέχει τον ήχο των σειρήνων και την πείνα του πολέμου. Έπρεπε να μεγαλώσει τ’
αδελφάκια της και δεν άφησε τον φόβο και την απελπισία να την καταπιεί.
Άντεξε τη μοναξιά που την σκέπαζε χωρίς
να λυγίσει ποτέ. Αν εκείνη άντεξε ό,τι
της έλαχε να ζήσει, γιατί και εγώ να μη
γίνω πιο δυνατή;
Κοίταξα κάτω για τελευταία φορά. Εκείνη η μικρή
κουκκίδα στο πεζοδρόμιο, η μητέρα μου, φαινόταν τώρα τόσο ασήμαντη μπροστά στην
ιστορία της γιαγιάς.
Έκλεισα τα μάτια και άφησα τον
ήχο του τραγουδιού να με τραβήξει πίσω,
μακριά από την άκρη. Δεν χρειαζόταν να πέσω για να λυτρωθώ. Η πτώση είχε ήδη
συμβεί μέσα μου και τώρα ήθελα να πατήσω σε στέρεο έδαφος. Το βάρος που
κουβαλούσα όλη την εβδομάδα... έγινε ξαφνικά πούπουλο!
Δεν πνιγόμουν πλέον στη θάλασσα. Είχα
μάθει να κολυμπάω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου