Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Εφραιμία Εβελίνα Βλάχου Γυμνάσιο Αθικίω

 

Έπαινος Διηγήματος Γυμνασίου  

                                

Όσα δεν χωρούν σε μια βαλίτσα

 

            Ξυπνάω πάντα λίγο πριν σηκωθεί ο μπαμπάς, σαν το σώμα μου να μην εμπιστεύεται πια τον ύπνο. Ακούω την καρέκλα να τρίβεται απαλά στο πάτωμα και το νερό να τρέχει για λίγο στο μπάνιο. Δεν χρειάζεται να τον δω για να καταλάβω ότι κοιτάζεται στον καθρέφτη περισσότερη ώρα απ’ ότι παλιά. Από τότε που ήρθαμε εδώ τα πρωινά μοιάζουν πιο βαριά, σαν να κουβαλούν κάτι ασήκωτο. Μένω ξαπλωμένη και μετράω τις ανάσες μου μέχρι να βρω το κουράγιο να σηκωθώ.

            Η μαμά ψήνει ψωμί που καίγεται λίγο στις άκρες. Ο μπαμπάς πίνει καφέ χωρίς ζάχαρη. Παλιά έβαζε δύο κουταλιές, τώρα λέει ότι δεν τη χρειάζεται. Κάθομαι μαζί τους και σκέφτομαι πως οι άνθρωποι αλλάζουν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Σαν να αφήνουν κομμάτια τους πίσω, χωρίς να επιστρέφουν να τα πάρουν.

            Στο σχολείο προσπαθώ να μιλάω όσο λιγότερο γίνεται. Οι λέξεις εδώ δεν βγαίνουν εύκολα. Σκαλώνουν στα δόντια μου. Ούτως ή άλλως, όσο λιγότερο μιλάω, τόσο λιγότερα λάθη κάνω, κι όσο λιγότερα λάθη, τόσο λιγότερο ακούω τους συμμαθητές μου να γελάνε. Δεν είναι κακοπροαίρετο γέλιο, αλλά δεν είναι και φιλικό.

            Στην έκθεση που έπρεπε να γράψω για την πατρίδα μου, το χέρι μου έμεινε στον αέρα. Θυμήθηκα τη λεμονιά στην αυλή μας, τα καλοκαιρινά απογεύματα που καθόμασταν όλοι έξω μέχρι να νυχτώσει. Μετά θυμήθηκα τον δρόμο γεμάτο σκόνη, τα παράθυρα που έτρεμαν από τους μακρινούς κρότους, τους τοίχους που άνοιγαν στα δυο σαν να κουράστηκαν να στέκονται όρθιοι. Έγραψα μόνο μια πρόταση και σταμάτησα.

            Την ίδια μέρα, την ώρα που τελείωνε το μάθημα, ο Ζαχαρίας σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε να μοιράζει κάτι μικρές μπλε κάρτες. Όταν έφτασε στο θρανίο μου, κοντοστάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να μην ήταν σίγουρος αν έπρεπε να δώσει και σε μένα μία. Τελικά, άφησα την κάρτα πάνω στο τετράδιό μου χωρία να με κοιτάξει. Την κράτησα στα χέρια μου πολλή ώρα. Είχε πάνω μπαλόνια και έγραφε με μεγάλα γράμματα «ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ».

            Παλιά πήγαινα σε όλα τα πάρτι των συμμαθητών μου. Τότε ήξερα τι δώρο να πάρω στον καθένα. Ήξερα ποιος θα σβήσει τα φώτα για να ανάψουν τα κεράκια, ποιος θα αρχίσει πρώτος να χορεύει. Γελούσαμε τόσο δυνατά, που δεν ακούγαμε ούτε τη μουσική. Τώρα, αν πάω, θα νιώθω ξένη…

            Πολλές φορές την σκέφτομαι αυτή τη λέξη. «Ξένη». Δεν μου αρέσει και πολύ. Πλέον νιώθω πως την ακούω περισσότερο. Ίσως την λένε για μένα. Ίσως εγώ τώρα της δίνω περισσότερη σημασία. Όταν την ακούω αισθάνομαι περίεργα. Είναι σαν να φοράς ρούχο που δεν είναι ραμμένο πάνω σου. Που δεν πέφτει σωστά. Πάντα κάπου τραβάει. Είναι σαν να μπαίνεις σε μια αίθουσα και να ψάχνεις με το βλέμμα σου ένα πρόσωπο που σε αναγνωρίζει, χωρίς να ρωτάει από πού είσαι. Είναι σαν να λες το όνομά σου και να περιμένεις να το προφέρουν λάθος.

            Δεν γεννήθηκα ξένη. Κάπου αλλού ήξερα όλους τους δρόμους. Ήξερα πού να σταθώ για να με βρει ο ήλιος το απόγευμα. Ήξερα ποια πόρτα να χτυπήσω χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσω ποια είμαι.

            Ο αδερφός μου κλείνεται συχνά στο δωμάτιό του. Δεν μιλάει πολύ. Ο μπαμπάς λέει ότι όλα θα γίνουν καλύτερα σύντομα. Δεν τον πιστεύω. Το λέει ήρεμα, αλλά τα μάτια του μοιάζουν να ψάχνουν κάτι που δεν βρίσκεται εύκολα.

            Μερικές νύχτες έρχεται στο μυαλό μου εκείνη η μέρα πριν φύγουμε. Η ατμόσφαιρα μύριζε καπνό. Τα τζάμια έτρεμαν, ενώ οι μεγάλοι μιλούσαν γρήγορα και χαμηλόφωνα. Η μαμά μάζευε ρούχα χωρίς να κοιτάζει τι παίρνει, ενώ ο μπαμπάς στεκόταν στην πόρτα σαν να ήθελε να απομνημονεύσει κάθε γωνιά του σπιτιού.

           Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς καταλάβαμε ότι δεν θα γυρίζαμε πίσω στην πατρίδα σύντομα. Μερικά πράγματα δεν λέγονται. Το καταλαβαίνεις από το πώς σφίγγουν τα χέρια, από το πώς κλείνουν οι βαλίτσες.

            Μια μέρα είπε η γειτόνισσα του τρίτου ορόφου: «Εδώ θα συνηθίσετε σιγά σιγά». Το είπε με ειλικρινή καλοσύνη. Κούνησα το κεφάλι μου σαν να συμφωνώ, αλλά μέσα μου αναρωτήθηκα αν το να συνηθίζεις είναι τελικά το ίδιο με το να ανήκεις. Όταν τα βράδια αντικρίζω τα φώτα στα άλλα διαμερίσματα, σκέφτομαι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ρίζες εδώ. Εμείς ακόμα ψάχνουμε το χώμα μας.

            Δυστυχώς, καμιά βαλίτσα δεν χωράει όλα όσα αφήνεις πίσω. Ούτε τις αυλές. Ούτε τα γέλια. Ούτε την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξεις.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

   Πριν κατακρίνεις   σκέψου αν ο αγώνας   για κείνον άθλος                                  Γιώργος Ρούσκας Συμπληρώνονται φέτος δέκα χρό...