3ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΛΥΚΕΙΟ)
Μάιος του ΄22, πρώτη ώρα Λογοτεχνία. Ποτέ δεν μ' άρεσε αυτό το μάθημα,
αντίθετα με εκείνη. Την έβλεπες, τις περισσότερες ώρες της μέρας, να ξεφυλλίζει
τα βιβλία, να ψάχνει για όμορφες χρωματιστές εικόνες κι εκείνες τις μικρές
παραγράφους τους, που βγάζανε νόημα δικό τους, ανάμεσα στα χιλιάδες μικρά
γράμματα που πάνω στο χαρτί βοσκούσαν σαν μικρά προβατάκια. Χανόταν στις
μεγάλες και πολύπλοκες αυτές λέξεις που μόνο εκείνη καταλάβαινε. Εκείνες τις
παραγράφους τις έγραφε με προσοχή σε μικρά χρωματιστά χαρτάκια για να τα 'χει
μαζί της συνέχεια. Και, κάθε φορά που 'βγαζε κι ένα βιβλίο από τη σάκα της,
πέφταν και δυο τρία κι έσκυβε να τα μαζέψει γρήγορα να μην τα δει κανείς, γιατί
ντρεπόταν. Μόνο αυτή δε θα 'πρεπε να ντρέπεται. Είχε πάρει κι εμένα το μάτι μου
κάτι απ' όσα έγραφε, είχε κάποια του Ελύτη και του Καβάφη θυμάμαι...Α! Και του
Σαίξπηρ είχε, τα αντέγραφε από ένα βιβλίο μικρό που χωρούσε τέλεια στη μικρή
τσέπη της σάκας της και το κουβαλούσε μαζί της, όπου κι αν πήγαινε.
Έκανε να γυρίσει τη σελίδα και κοκάλωσε,
μόλις είδε τα χρώματα εκείνου του πίνακα και σαν μαγεμένη γούρλωσε τα μάτια,
άνοιξε το στόμα της διάπλατα και μια κοφτή ανάσα και έπειτα ένα γέλιο
ακολούθησε. Πόσο πολύ της άρεσε εκείνος ο πίνακας, ο πίνακας που δεν είναι
τίποτα παρά ένα κομμάτι χαρτί και λίγα χρώματα, λίγα χρώματα που, αν δεν ξέρεις
να τα χρησιμοποιείς, δεν κάνεις τίποτα. Εκείνης της άρεσε κι έβλεπε τόσα πολλά
ανάμεσα στα εκατομμύρια αυτά χρώματα.
Σήκωσε τα μάτια της. Ο καθηγητής στεκόταν
πάνω από απ΄ το κεφάλι της. Την κοίταξε με ένα κακό, θυμωμένο, εξαγριωμένο, θα
έλεγε κανείς, βλέμμα. Άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια της. Ένας δυνατός κρότος
ακούστηκε και το βιβλίο βρέθηκε στα σκουπίδια, στην άλλη άκρη της τάξης. Από
`κείνη την ημέρα δεν ξαναήρθε στο σχολείο και από τη βιασύνη της να φύγει και
μέσα στα κλάματά της ξέχασε το καφετί παλτουδάκι της στην κρεμάστρα και το πήρα
εγώ. Εγώ, που την αγαπούσα, εγώ που ήθελα να μιλήσω εκείνη τη μέρα και να σηκωθώ
να τον βρίσω, αυτόν τον... Πολύ αργά τώρα, έφυγε.
Αναγκάστηκα να πετάξω τα γράμματα που της
έγραφα και πόσα της έλεγα μέσα σ' αυτά, πως τη θαύμαζα και θα' θελα να είμαι
μαζί της, μέσα σ' ένα παραμύθι, σαν αυτά που διάβαζε κι έκλεβα κι εγώ μερικές
λέξεις. Ποτέ δεν με πρόσεξε, ήμουν αόρατος για κείνη, όμως εγώ την αγαπούσα.
Τα χρόνια πέρασαν. Περπατούσα καθέτως της
λεωφόρου με τ' ακουστικά στ' αυτιά μου, όταν πέρασε από δίπλα μου εκείνη κι
ήμουν σίγουρος, την αναγνώρισα, γιατί ήξερα καλά το άρωμά της. Ένα χαρτάκι
έπεσε απ΄ τα χέρια της, λες και το' ριξε επίτηδες.
Φοβᾶμαι
πὼς ἐπέρασες, Ἀγάπη, καὶ δὲν σ᾿εἶδα!... Κώστας Ουράνης
Αυτό έγραφε και σφίχτηκε η καρδιά μου.
Συνέχισα να προχωράω, δίχως να γυρίσω πίσω, δίχως να σταματήσω. Περπατούσα και
κοιτούσα τα χιλιάδες χρωματιστά χαρτάκια που πετούσαν ανέμελα στον αέρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου