Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Αικατερίνη Καραγιάννη 1ο Γενικό Λύκειο Κορίνθου

 

3ο  Βραβείο  Διηγήματος  Λυκείου  

 

Γιατί δεν ζούμε;

Όλα πάγωσαν.Οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο σταμάτησαν στις 7 και 21 ακριβώς. Τα μάτια μου, ορθάνοιχτα παρατηρούν το στόμα του γιατρού, χωρίς όμως να καταλαβαίνω τι λέει. Το χέρι της μητέρας μου άρχισε να χαϊδεύει το δικό μου διστακτικά, σαν να μην είναι σίγουρη για τίποτα πλέον. Από την δεξιά μου πλευρά νιώθω το βλέμμα του πατέρα μου καρφωμένο πάνω μου και ίσως να μου φάνηκε ότι άκουσα έναν λυγμό, όμως εγώ δεν είμαι παρούσα. Το σώμα μου κάθεται στην καρέκλα απέναντι από τον γιατρό που μου μιλάει, αλλά εγώ απλά υπάρχω. Δεν μετέχω σε οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου.

            Η πρώτη σκέψη που περνάει από το μυαλό μου είναι μία: “Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Πρέπει να βλέπω εφιάλτη. Ξυπνήστε με.” Ο γιατρός απέναντί μου συνεχίζει να μιλάει, αλλά το μυαλό μου επαναλαμβάνει ξανά και ξανά σαν κασέτα τις πρώτες λέξεις του γιατρού μόλις μπήκε στο δωμάτιο: «Λυπάμαι πολύ, αλλά βρίσκομαι στην δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσω ότι η κόρη σας διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας».

            Δεν πίστευα ποτέ ότι λίγες λέξεις θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο εύκολα την ζωή κάποιου. Κι όμως, τα τελευταία δευτερόλεπτα με διέψευσαν.

«Δηλαδή είναι προχωρημένο στάδιο;» ακούω τον πατέρα μου να λέει με ραγισμένη φωνή που δεν διαπερνά τα αναφιλητά της μαμάς μου.

            «Αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στο στάδιο 3, δηλαδή έχει επεκταθεί και σε μεγάλα αγγεία κοντά στο πάγκρεας. Φοβάμαι ότι δεν είναι πλέον χειρουργήσιμος.» απαντάει ο γιατρός με μια επισημότητα στον τόνο της φωνής του, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τον ωκεανό από συναισθήματα στον οποίο πνίγομαι αυτήν τη στιγμή. «Ωστόσο, η κόρη σας μπορεί να κάνει ορισμένες χημειοθεραπείες, χωρίς να υποσχόμαστε όμως πετυχημένη ανάρρωση»

            «Ναι, ναι! Θα τις κάνει! Οτιδήποτε μπορούμε να δοκιμάσουμε για να ζήσει το παιδί μου!» ακούω την ραγισμένη φωνή της μαμάς μου, η οποία σφίγγει τώρα το χέρι μου με σιγουριά, λες και βρήκε μια σταγόνα ελπίδας που την κρατάει σταθερή στα πόδια της.

            «Φοίβη, συμφωνείς με τις χημειοθεραπείες;» με ρωτάει ο πατέρας μου διστακτικά.

            Μια βαθιά ανάσα. Δύο βαθιές ανάσες.

            «Ναι», κουνάω το κεφάλι μου και ένα ενστικτώδες χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπό μου, τελείως αντιφατικό με το κλίμα στο γραφείο του γιατρού. «Θα κάνω τις χημειοθεραπείες», λέω τώρα με αυτοπεποίθηση, αγνοώντας τον κόμπο που έχει σχηματιστεί στον λαιμό μου και απειλεί να μετατραπεί σε δάκρυα. “Αν τον αγνοήσω, δεν υπάρχει.”

--------------

 «Αχ, είμαι πάρα πολύ περίεργη, πες μου αν πέρασες!» ακούω την φωνή της καλύτερής μου φίλης να πλησιάζει από μακριά. Γυρνώντας το κεφάλι μου, τα μάτια μου αντικρίζουν το αστραφτερό, γεμάτο ζωντάνια χαμόγελο της Ελένης, τώρα μόλις λίγα μέτρα μακριά μου. «Σοβαρολογώ, πέρασες;» με ρωτάει με ανυπομονησία.

«Ούτε ένα καλημέρα; Τι αγενές!» γελάω αβίαστα, το πρώτο αληθινό γέλιο από την στιγμή που πρωτομπήκα χθες στο γραφείο του γιατρού. «Πέρασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τμήμα νομικής φυσικά!» λέω με περηφάνια.

«Αχ, είμαι τόσο χαρούμενη! Είχες δουλέψει πολύ σκληρά για να περάσεις εκεί που ήθελες» αναφωνεί η Ελένη και μου χαρίζει μια αγκαλιά. Όντως, έχει δίκιο, είχα δουλέψει πολύ σκληρά. Και ίσως αυτός είναι άλλος ένας λόγος, γιατί οι λίγες αυτές λέξεις του γιατρού αντήχησαν ακόμα πιο πικρές στα αυτιά μου.

«Εσύ πέρασες;» ρωτώ κι εγώ με τη σειρά μου.

«Ναι! Στο ίδιο πανεπιστήμιο, τμήμα αγγλικής φιλολογίας! Το φαντάζεσαι ότι θα νοικιάσουμε ένα σπίτι και θα περάσουμε μαζί τέσσερα ολόκληρα χρόνια φοιτητικής ζωής;» αναφωνεί εκείνη ενθουσιασμένη. Όμως τα λόγια της έφεραν στο μυαλό μου ατελείωτες νύχτες που σχεδιάζαμε τα φοιτητικά μας χρόνια μαζί. Όλα βέβαια με μια προϋπόθεση: “Αν περάσουμε”. Και τώρα που περάσαμε και οι δύο τις πανελλήνιες, γεννήθηκε άλλη μια προϋπόθεση που βαραίνει την καρδιά μου: “Αν ζήσω.”

Η Ελένη πρέπει να παρατήρησε την αλλαγή στην διάθεσή μου, γιατί το χαμόγελό της μαράθηκε και τώρα με κοιτάζει με ανησυχία στο βλέμμα της.

«Τι συμβαίνει;» ρωτάει.

Αυτό είναι. Ήρθε η στιγμή να μοιραστώ το μυστικό μου με ένα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα, που ξέρω ότι με αγαπά και νοιάζεται για μένα. Ένα μυστικό που λίγα άτομα έχουν και όλοι τους εύχονται να ανήκε σε εφιάλτη.

«Για να είμαι ειλικρινής, έχω κάτι να σου πω…», παίρνω μια βαθιά ανάσα και τα μάτια μου κλειδώνουν στα δικά της. «Το ξέρεις ότι είχα πάει να κάνω εξετάσεις, γιατί δεν ένοιωθα καλά. Λοιπόν, χθες βγήκαν τα αποτελέσματα και ο γιατρός φώναξε εμένα και τους γονείς μου στο γραφείο του. Η αλήθεια είναι ότι, να… διαγνώστηκα με καρκίνο στο πάγκρεας», λέω και σκύβω το κεφάλι για να κρύψω τα δάκρυα που κινδυνεύουν να κυλήσουν στα μάγουλά μου.

«Τι… ,Φοίβη, δεν… δεν μπορεί να είναι αλήθεια» ακούω την τρεμάμενη τώρα φωνή της Ελένης και αντικρίζω το χλωμό πλέον πρόσωπό της. «Και τι θα κάνεις τώρα;» με ρωτάει προσεκτικά και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου σαν να φοβάται μην με χάσει.

«Θα κάνω χημειοθεραπείες και υπάρχει μια πιθανότητα επιβίωσης» συνεχίζω σταθερά, όμως το πονεμένο βλέμμα στο πρόσωπο της φίλης μου ξεκλειδώνει το πρώτο δάκρυ. Κι ύστερα ακολουθεί και δεύτερο. Όλα τα δάκρυα που δεν έχυσα χθες εμφανίζονται τώρα, δειλά δειλά, μπροστά στο ραγισμένο βλέμμα της.

Η Ελένη απλώνει τα χέρια της και με αγκαλιάζει, χαϊδεύοντας την πλάτη μου, προσπαθώντας να με καθησυχάσει. Νιώθω την ζεστασιά που απορρέει από το σώμα της να αγκαλιάζει την πληγωμένη μου καρδιά και τα απαλά της χέρια να ηρεμούν την ένταση σε ολόκληρο το σώμα μου.

«Μην φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά» ψιθυρίζει. «Δεν θα φύγω ποτέ απ’ το πλευρό σου»

Αυτό ήταν. Αυτό χρειαζόμουν. Όχι ψευδείς υποσχέσεις ότι σίγουρα θα το ξεπεράσω, υποσχέσεις τις οποίες κανείς δεν μπορεί να κρατήσει. Ήθελα απλώς έναν άνθρωπο να μου υποσχεθεί ότι δεν θα με εγκαταλείψει. Ότι θα μείνει μαζί μου μέχρι το τέλος. Και να που αυτό το άτομο είναι η καλύτερή μου φίλη, η δεύτερή μου οικογένεια.

--------------

Πέντε μήνες μετά…

Το πρώτο πράγμα που αντικρίζω, μόλις ανοίγω τα μάτια μου, είναι το άσπρο ψυχρό ταβάνι του νοσοκομείου. Χωρίς χρώμα, χαρά και ζωή. Ακριβώς όπως ήταν ο τελευταίος μήνας της ζωής μου. Χημειοθεραπείες, περιστατικά λιποθυμίας και συχνές επισκέψεις στο νοσοκομείο, το οποίο σταδιακά έγινε το σπίτι μου. Έχω κάτι εβδομάδες να γυρίσω σπίτι στην Ελένη. Οι γονείς μου έχουν έρθει να μείνουν στην Θεσσαλονίκη και με επισκέπτονται καθημερινά, όπως και η Ελένη.

Νιώθω σιγά σιγά το σώμα μου να εξασθενεί. Δυσκολεύομαι να περπατήσω και να μιλήσω και νιώθω ότι όλο αυτό το μονότονο περιβάλλον γύρω μου ρουφάει τις ελάχιστες σταγόνες ζωής που έχουν απομείνει μέσα μου. Κουράστηκα… Απλώς θέλω να φύγω από ‘δω μέσα και να κάνω μια βόλτα στην φύση. Να ξαπλώσω στο χιόνι και να αγναντέψω τα σύννεφα στον ουρανό. Αλλά τα σωληνάκια και οι βελόνες στα χέρια μου έχουν γίνει αλυσίδες που με κρατούν φυλακισμένη.

Τέσσερις το μεσημέρι. Όπου να ‘ναι θα έρθει η Ελένη. Κάθε Πέμπτη με επισκέπτεται αμέσως μόλις τελειώσει το τελευταίο της μάθημα και τρώμε μεσημεριανό μαζί. Πολύ μου αρέσει όταν κάθεται δίπλα μου και απλά συζητάμε σαν να μην υπάρχουν τα σωληνάκια. Σαν να μην είμαι φυλακισμένη. Σαν να είμαστε σίγουρες ότι έχω πολλά χρόνια ζωής ακόμα μπροστά μου όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας μου.

«Λοιπόν, σήμερα πέρασα από ένα καινούργιο μαγαζί που άνοιξε στην πλατεία και πήρα αυτά τα μπισκότα», αναφωνεί η Ελένη μόλις μπαίνει στο δωμάτιό μου. Το μονόχρωμο, μουντό και άχαρο κελί μου. «Δοκίμασε!». Aπλώνει το χέρι της και δαγκώνω μια μπουκιά από το μπισκότο λεμόνι που μου πρόσφερε.  «Πώς νιώθεις;», με ρωτάει ύστερα.

«Τώρα πολύ καλύτερα», χαμογελώ και σκουπίζω να ψίχουλα από τα σεντόνια.  Εκείνη χαμογελάει και αρχίζει να μου εξηγεί λεπτομερώς το κουτσομπολιό της ημέρας, όμως εγώ δεν την ακούω. Γιατί ένα πράγμα βασανίζει το κεφάλι μου από χθες, και το χαμόγελό της, μόλις φώτισε το δωμάτιο, έδωσε χρώμα και ζωή στο κελί παρακινώντας με να ξεστομίσω την ιδέα μου.

«Ελένη» την διακόπτω. «Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;»

«Τι συμβαίνει; Όλα καλά;» ανταποκρίνεται ανήσυχη.

«Πάρε με από ‘δω» ξεστομίζω. «Βγάλε με από το νοσοκομείο. Πάμε έξω, να ξαπλώσουμε στο χιόνι και να κοιτάξουμε τον ουρανό»

«Φοίβη τι λες; Το ξέρεις ότι δεν γίνεται αυτό! Τι θα πουν οι γιατροί, οι γονείς σου δεν…» αρχίζει να μονολογεί, αλλά εγώ την διακόπτω ξανά.

«Χθες βράδυ άκουσα τον γιατρό να μιλάει στους γονείς μου. Είπε ότι ο όγκος έχει εξαπλωθεί επικίνδυνα. Επίσης, τους είπε ότι… ίσως έχω λίγες μέρες ζωής ακόμα», κοιτάζω την Ελένη, η οποία έχει αρχίσει να βουρκώνει. «Αλλά εγώ το νιώθω. Δεν… δεν ξέρω αν θα αντέξω, το σώμα μου έχει εξαντληθεί. Θέλει να τα παρατήσει. Όμως δεν τα παρατάω ακόμα, γιατί δεν θέλω το τελευταίο πράγμα που θα δω να είναι το κρύο και άψυχο ταβάνι του νοσοκομείου. Σε παρακαλώ… Βοήθησέ με να χαρώ την ζωή μια τελευταία φορά…»

Τώρα η Ελένη με κοιτάζει με συγκίνηση και άρνηση στα μάτια της. Αλλά βαθιά μέσα της ξέρω ότι το έχει αποδεχτεί και με καταλαβαίνει.

«Σήκω» ψιθυρίζει. «Θα σε βγάλω από εδώ μέσα.»

 

Αυτό που ζω σίγουρα είναι ένα θαύμα. Γιατί για μια στιγμή ένιωσα πάλι ζωντανή. Όταν η Ελένη έπιασε το χέρι μου και με βοήθησε να τρέξω, ένιωσα μέσα μου ξανά τον ενθουσιασμό και την χαρά της ζωής. Και τώρα που πάτησα στο προαύλιο του νοσοκομείου και το χιόνι αγκάλιασε τα γυμνά μου πόδια, νιώθω πιο ζωντανή από ποτέ, κι ας βρίσκομαι σε μια γέφυρα μεταξύ των δύο κόσμων.

Μόλις ξαπλώσαμε στο διπλανό χωράφι και άφησα το κρύο να με ξυπνήσει για μια τελευταία φορά πριν κοιμηθώ για πάντα, σκέφτηκα: “Γιατί δεν ζούμε;”

«Ελένη;» γυρνάω το κεφάλι μου και αντικρίζω το βουρκωμένο πρόσωπο της φίλης μου. «Γιατί οι άνθρωποι δεν ζουν;» αναρωτιέμαι.

Εκείνη παίρνει μια βαθιά ανάσα και απαντάει. «Γιατί ίσως δεν ξέρουν τι χάνουν»

«Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα μόλις έμαθα για την αρρώστια ήταν: “Γιατί μου συνέβη αυτό;”. Όμως ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί μου συνέβη κάτι καλό στην ζωή. Ποτέ δεν αναρωτήθηκα γιατί ξύπνησα το πρωί και άκουσα τα πουλιά να κελαηδούν, γιατί πήγαμε στο σπίτι των φίλων μας και περάσαμε καλά, γελώντας και ζώντας τη στιγμή. Νιώθω ότι κανείς μας δεν εκτιμάει τα απλά, καθημερινά πράγματα που μας φέρνουν χαρά, γιατί δεν ξέρουν πώς είναι να τα ζεις για τελευταία φορά. Πώς θα ένιωθες αν ήξερες ότι επισκεπτόσουν τους φίλους σου μια τελευταία φορά; Πώς θα ένιωθες άμα γνώρισες ότι ήταν η τελευταία φορά που περπατούσες έξω στο πάρκο και έβλεπες τα φύλλα των δέντρων να θροΐζουν μελωδικά; Πώς θα ένιωθες αν ήξερες ότι ζεις μια τελευταία φορά;» ανοιγοκλείνω τα μάτια μου κοιτάζοντας τον ουρανό.

«Εσύ;» με ρωτάει εκείνη. «Πώς νιώθεις που βλέπεις τον ουρανό μια τελευταία φορά;», σκουπίζει τα μάτια της και η φωνή της ραγίζει στο τέλος.

«Νιώθω ότι έζησα. Και ότι ζω τώρα. Δεν θέλω να με λυπάστε, καμία σχέση. Αντιθέτως, λυπάμαι τους ανθρώπους που πέθαναν και μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι δεν έζησαν…». Με δυσκολία πλέον, γυρνάω το κεφάλι μου και ψιθυρίζω: «Πρέπει να θυμηθούν. Πρέπει να θυμηθούν ότι είναι ζωντανοί πριν είναι πολύ αργά. Πρέπει να μάθουν να ζουν»

«Φοίβη, στο υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω. Θα προσπαθήσω να τους θυμίσω» με αγκαλιάζει για μια τελευταία φορά.

«Σε ευχαριστώ, Ελένη, που ήσουν στο πλευρό μου μέχρι την τελευταία στιγμή» ψιθυρίζω. Κι έπειτα με μια τελευταία ανάσα, κοιτάζω τον ουρανό, γαλάζιο και καθαρό, γεμάτο χρώμα και ζωντάνια, πριν κλείσω επιτέλους τα μάτια μου και αφήσω το κρύο χιόνι να παγώσει την τελευταία αυτή εικόνα στην ψυχή μου. Να την θυμάμαι για πάντα.

--------------

            Τρία χρόνια μετά…

«Πώς θα νιώθατε αν ξέρατε ότι ζείτε μια τελευταία φορά; Πρέπει να θυμηθούμε ότι είμαστε ζωντανοί, για να μην πεθάνουμε και μόνο τότε συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ζήσαμε…», τελείωσε η Ελένη και χιλιάδες κόσμος χειροκρότησε μέχρι και από το βάθος του θεάτρου. Γιατί κράτησε την υπόσχεσή της στην Φοίβη και προσπάθησε.

Οργανισμοί, δωρεές και ομιλίες για παιδιά και ενήλικες με καρκίνο. Συγκέντρωσε εκατομμύρια ευρώ, τα οποία στάλθηκαν ως δωρεά σε όλα τα νοσοκομεία.

 Μίλησε χιλιάδες φορές, σε θέατρα, πανεπιστήμια και αίθουσες και επανέλαβε εκατοντάδες φορές τα τελευταία λόγια της Φοίβης.

Κατάφερε να εμφανίσει ένα φωτεινό χαμόγελο στα πρόσωπα πολλών παιδιών και μοίρασε αμέτρητες αγκαλιές.

Θύμισε σε εκατοντάδες ανθρώπους το νόημα της ζωής και το προνόμιο που έχουν κάθε μέρα να ξυπνούν υγιείς.

Και όλα αυτά με ένα ερώτημα: “Γιατί άραγε δεν ζούμε;”

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

   Πριν κατακρίνεις   σκέψου αν ο αγώνας   για κείνον άθλος                                  Γιώργος Ρούσκας Συμπληρώνονται φέτος δέκα χρό...