Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Ελένη Άννα Νάστα 4ο Γενικό Λύκειο Κορίνθου

 

ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ (ΛΥΚΕΙΟ)

 

Ένα φιλί και μια ασπιρίνη για τον πόνο

 

     Είναι πραγματικά δύσκολο να είσαι ογκολόγος. Γνωρίζεις ανθρώπους στις πιο δύσκολες στιγμές τους. Μαθαίνεις εσύ ο ίδιος πτυχές του χαρακτήρα τους που κανείς άλλος δεν ξέρει και πολλές φορές σε τρομάζουν, μα άλλες σου δίνουν κουράγιο. Νιώθεις τον πόνο τους και συμμερίζεσαι την αγωνία. Γιατί όταν τα καταφέρνουν είναι σαν να νικάς και εσύ, μα, όταν πέφτουν νικημένοι απ' την ασθένεια, κάτι μέσα σου πεθαίνει. Κάτι μέσα σου χάνεται, ραγίζει και σβήνει. Είναι γνωστό άλλωστε πως ότι σπάσει δεν ξανακολλά και ότι πεθαίνει, δεν ανασταίνεται ποτέ.

     Όλα αυτά ίσως να μην ήταν απολύτως ξεκάθαρα για τον νεαρό Μάρκο, όταν καταιγισμένος από πληθώρα συναισθημάτων αλληλεγγύης, οδηγήθηκε στην επιλογή αυτής της ειδικότητας. Πρώτος απόφοιτος της ιατρικής σχολής με ατελείωτη θέληση και μάτια που έλαμπαν. Ήταν σίγουρος πως αυτό ήθελε να κάνει απ' τη στιγμή που πέρασε στη σχολή. Ή μάλλον πριν ακόμα περάσει σε αυτήν, πριν δώσει πανελλαδικές, πριν διαβάσει ακόμα καλά καλά το πρώτο του βιβλίο. "Θέλω να βοηθήσω τους ανθρώπους" έλεγε με πάθος "Θέλω να κάνω τα πρόσωπα τους να χαμογελούν, να μην πονούν πλέον". Πάλεψε πολύ και διάβασε ακόμα περισσότερο και τα κατάφερε, απέκτησε μια θέση στη μεγαλύτερη κλινική της Αθήνας και όλα θα γίνονταν πλέον όπως τα ονειρευόταν.

     "Αλεξίου, γρήγορα στο χειρουργείο!" Ακούστηκε μια φωνή από τα μεγάφωνα και πιάστηκε η ψυχή του. Ήταν η πρώτη του επέμβαση ως επικεφαλής. Καθώς ντύνονταν αισθάνθηκε το δεξί του μάτι να τρεμοπαίζει και τα δάχτυλά του να τρέμουν. ΄Όχι, όχι. Ηρέμησε, Μάρκο! Εκεί μέσα βρίσκεται μια ζωή. Σε εσένα στηρίζεται μια ολόκληρη οικογένεια! Ήρεμα, Μάρκο! Πριν καν το καταλάβει ο γιατρός Αλεξίου ήταν μέσα στο χειρουργείο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ακούμπησε το παγωμένο νυστέρι. Σαν από θαύμα το χέρι του σταθεροποιήθηκε και ο ίδιος έκανε την πρώτη τομή. Επτά ώρες αργότερα βγαίνει έξω και φωνάζει στην οικογένεια του ασθενούς: "Η εγχείρηση πέτυχε". Εκείνοι συγκρατημένα αισιόδοξοι χαμογελούν, κάποιοι συγκινούνται, ενώ άλλοι σπεύδουν να αγκαλιάσουν τον Μάρκο. "Έχω κάνει σίγουρα την σωστή επιλογή!" σκέφτηκε και άφησε και τα δικά του δάκρυα να κυλήσουν στα μάγουλά του χωρίς να ντρέπεται μήπως τον δουν, χωρίς να νοιάζεται για το τι θα πιστέψουν για εκείνον... Έκλαψε εκείνη τη μέρα τόσα δάκρυα χαράς, που πίστεψε πως ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής του!

     Μα ήρθαν μέρες που τα δάκρυα ήταν μαύρα και εκείνος τα έκρυβε για να δώσει κουράγιο σε οικογένειες και λοιπούς συγγενείς. "Θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ για να τον κρατήσω ζωντανό" έλεγε κι ας ήξερε ότι πήγαινε κόντρα στις πιθανότητες και τις προγνώσεις. Το έλεγε και το πίστευε μέχρι την τελευταία στιγμή, μέχρι να ακούσει τον υπόκωφο ήχο του μόνιτορ να χτυπά δυνατά υποδεικνύοντας καρδιακή ασυστολία. Τότε δεν άντεχε και έβγαινε στον εξώστη. Τα δάκρυα έτρεχαν στην ποδιά του και αναμειγνύονταν με το αίμα του ασθενούς που βλέποντας το να απλώνει, ο Μάρκος έμπαινε κατευθείαν μέσα να αλλάξει. Δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να δει και άλλους ασθενείς.

     Ευτυχώς για εκείνον τα περιστατικά που κατέληγαν σε πένθος μειώνονταν καθώς ο ίδιος αποκτούσε εμπειρία και έγιναν κάποια στιγμή μονάχα σπάνια συμβάντα. Ο Μάρκος είχε ξεκάθαρα "το χέρι που δεν χάνει"! Έτσι έλεγαν όλοι οι συνάδελφοι γιατροί αλλά ακόμα και οι ασθενείς του. Στα τριάντα πέντε του είχε αποκτήσει τέτοια φήμη που έρχονταν άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο για να τον δουν και εκείνος συχνά θέλοντας να μην ταλαιπωρήσει τους ασθενείς ταξίδευε σε διάφορες απομακρυσμένες χώρες με σκοπό να κάνει μια εγχείρηση, να δει μια εξέταση, να δώσει μια παραίνεση στους ξένους γιατρούς. Δεν πιεζόταν, ήθελε να προσφέρει. Και πλήρωνε περισσότερα χρήματα απ' όσα κέρδιζε σε αυτά τα ταξίδια, μα τα χαμόγελα ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή για εκείνον. Για αυτά έκανε τα πάντα!

     Μια μέρα έκανε την εμφάνιση της στο γραφείο του μια νεαρή γυναίκα.

-Υποσχέσου ότι θα με γιατρέψεις, Υποσχέσου το!

     Ούτε καλημέρα δεν πρόφτασε να πει ο Μάρκος, όμως παρόλη την "αγένεια" της νέας του ασθενούς αισθάνθηκε κάπως γοητευμένος από την εμφάνισή της.

-Πείτε μου, σας παρακαλώ, το πρόβλημα σας, είπε συμπονετικά

     Της έριξε μια ματιά στα κλεφτά. Ήταν όμορφη και καλοντυμένη. Τα μάτια της γαλάζια και πράσινα με κάποιες νότες από κίτρινες ακτίνες που μάγευαν κάθε παρατηρητή. Τα μαλλιά της καλοφτιαγμένα σε έναν ψηλό και αυστηρό κότσο, που όμως δεν στερούσε τίποτα από τη γοητεία της. Την παρατήρησή του έπαψε η αγχωμένη φωνή της άγνωστης κυρίας.

-Έχω καρκίνο του μαστού τετάρτου σταδίου και οι γιατροί δεν μου δίνουν πολλές ελπίδες... Αχ το καταραμένο, τι κι αν έκοψα το στήθος μου για να το διώξω, τι κι αν έφυγε απ' εμένα όλη μου η θηλυκότητα για να πολεμήσω το τέρας, εκείνο μετανάστευσε μέχρι τα πνευμόνια μου και κάθε πρωί μου κλέβει μια αναπνοή, μετατρέπει το γέλιο μου σε βήχα και μου κόβει τη μιλιά.

-Ηρεμήστε, κυρία μου, πρώτα ας συστηθούμε, την διέκοψε ο Μάρκος. Ονομάζομαι δόκτωρ Αλεξίου αλλά οι ασθενείς μου προτιμώ να με φωνάζουν με το μικρό μου. Μάρκος λοιπόν. Εσείς;

-Μην μου μιλάτε στον πληθυντικό δεν είναι ανάγκη, θέλω να υπάρχει μια οικειότητα ανάμεσα μας, είπε συνωμοτικά. Ούτως ή άλλως θα μείνω για πολύ καιρό εδώ μέσα, αστειεύτηκε. Με λένε Νεφέλη Νικολάου και είμαι είκοσι οχτώ ετών. Διαγνώσθηκα πριν τρεις μήνες και όποια θεραπεία και να δοκίμασα αποδείχθηκε μάταια. Ο προηγούμενος θεράπων ιατρός μου πρότεινε εσάς λόγω του ταλέντου και της εμπειρίας σας. Τώρα που σας βλέπω όμως έχω να σας πω ότι σας περίμενα μεγαλύτερο ηλικιακά, διαβάζοντας τα περιστατικά που έχετε αναλάβει. Ή δουλεύετε από μικρό παιδί ή δεν ξέρω, μάλλον έχετε ανακαλύψει το φίλτρο νεότητας και δεν μας το δίνετε.

     Την ταραχή της έκοψε για λίγο ένα γλυκό χαμόγελο.

-Τίποτα απ' τα δύο, αποκρίθηκε ο Μάρκος. Απλά εργάζομαι πολύ και διασκεδάζω λιγότερο. Αν αναρωτιέσαι λοιπόν για την ηλικία μου είμαι τριάντα πέντε και θεωρώ πως αν ασχολείται κανείς με κάτι που αγαπά τότε δεν γερνά ποτέ. Εσύ με τι ασχολείσαι;

-Δουλεύω σε ένα κομμωτήριο, ενώ παράλληλα ασχολούμουν και με τον στίβο σε πανελλήνιο επίπεδο. Αλλά καταλαβαίνεις, αρρώστησα και πλέον δεν μπορώ…

-Αχά κομμώτρια, λοιπόν, για αυτό το τόσο όμορφο μαλλί και το ότι ήσουν αθλήτρια φαίνεται στο καλλίγραμμο σώμα.

-Ευχαριστώ. Προσπαθώ να παραμείνω όσο πιο περιποιημένη γίνεται, αλλά το σώμα μου είναι πιο καταβεβλημένο από ποτέ, ενώ τα μαλλιά μου πέφτουν από τις χημειοθεραπείες και δεν μπορώ να χτενιστώ με άλλο τρόπο γιατί φαίνονται τα γυμνά σημεία του κεφαλιού μου.

     Η συζήτηση άρχισε να θυμίζει φλερτ με την Νεφέλη να αισθάνεται ξανά γυναίκα και τον Μάρκο να αισθάνεται και πάλι... άνθρωπος. Συζήτησαν για ώρες χωρίς να ενδιαφέρονται για άλλους ασθενείς και ραντεβού. Γελούσαν με την ψυχή τους και η Νεφέλη άρχισε να νιώθει πιο άνετα. Τότε γύρισε το χαρούμενο βλέμμα της προς τον γιατρό και του είπε:

-Φαίνεσαι πολύ ενδιαφέρον τύπος πάντως, σίγουρα θα είσαι και καλός στη δουλειά σου. Μία ώρα μόνο πέρασα μαζί σου και ήδη νιώθω καλύτερα. Είναι ξεκάθαρο πως ξέρεις καλά πως να εξοντώσεις εκείνο τον διάολο. Δώσε μου τον λόγο σου ότι θα με σώσεις!

-Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να νικήσω για χάρη σου τον θάνατο, δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα αλλά θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ.

-Δεν θα τα παρατήσεις όμως, το υπόσχεσαι; είπε η Νεφέλη και τα  χαρούμενα μάτια της γέμισαν δάκρυα καθώς το θέμα συζήτησης έγινε πιο απαισιόδοξο

-Όχι ποτέ δεν θα σε αφήσω. Το υπόσχομαι! Ξεκινάμε από τώρα εξετάσεις! Θα μείνεις για λίγο στο νοσοκομείο, αν δεν έχεις κάποια αντίρρηση.

     Ήθελε με όλη του την καρδιά να την θεραπεύσει. Να σπάσει τα δεσμά που την περιόριζαν. Και τότε να την γνωρίσει ξανά από την αρχή, χωρίς την οχλαγωγία του καρκίνου. Να την δει να τρέχει στο στάδιο και να θαυμάσει τα όμορφα χτενίσματα της. Εκείνη τη μέρα μπορεί να αρνήθηκε να υποσχεθεί στην ίδια ότι θα την σώσει, μα το είχε υποσχεθεί στον ίδιο του τον εαυτό. Έπρεπε να το κάνει. Την αγαπούσε κι ας μην την ήξερε. Την αγαπούσε πιο πολύ και από τη λατρεμένη του επιστήμη. Έτσι απλά... Με την πρώτη ματιά, κι ας μην πίστεψε ποτέ στον έρωτα αυτού του είδους.

     Οι μέρες κυλούσαν και οι δύο τους ερωτεύονταν όλο και πιο πολύ και γελούσαν ακόμα πιο δυνατά. Τόσο δυνατά που τους άκουγαν και οι άλλοι ασθενείς. Και χαίρονταν. Αχ πόσο χαίρονταν! Και ξαφνικά η ογκολογική κλινική γέμιζε χαρά, η ιδέα του θανάτου λησμονούνταν για λίγο και ζωγραφίζονταν γαλάζιο - χρώμα της ελπίδας - το μαύρο φόντο του καρκίνου. Όχι, ο έρωτας δεν γιάτρεψε ποτέ καμία ασθένεια! Ποτέ του δεν μπορούσε να επουλώσει τα τραύματα του θνητού ανθρώπινου σώματος. Όμως είναι ικανός να θεραπεύσει τον ίδιο τον άνθρωπο, να μετατρέψει την ψυχή του σε λιβάδι και να ανθίσει πάνω της λουλούδια ελπίδας, γρασίδι ξεγνοιασιάς και δέντρα υπομονής. Τότε ο πόνος θα μοιάζει λιγότερο τρομαχτικός και τα δάκρυα θα πέφτουν για καλό - αφού θα ποτίζουν το λιβάδι…

     Ένα απόγευμα που έβρεχε καταρακτωδώς η νύχτα βρήκε τον Μάρκο στον εξώστη. Δεν την φοβόταν τη βροχή, δεν ενοχλούνταν, αλλά το βλέμμα του φαινόταν κάπως σκεπτικό. Οι εξετάσεις της Νεφέλης κολλημένες στο μυαλό του. Οι χημειοθεραπείες αποτυγχάνουν και ο καρκίνος εξαπλώνεται. Πώς θα της το πει; Τι να κάνει για να την σώσει; Το χειρουργείο ήταν πλέον μονόδρομος.

     Κατεβαίνει τις σκάλες, ανοίγει την πόρτα της, αρχίζει να κλαίει. Κλαίει με λυγμούς σαν παιδί. Όμως σταματά - δεν ήθελε να ακούσουν οι υπόλοιποι ασθενείς.

- Δεν φοβάμαι πλέον! Σ' αγαπώ, σε εμπιστεύομαι. Μακάρι να σωθώ, αλλά αν δεν τα καταφέρω δεν πειράζει... Σε γνώρισα και αυτό μου αρκεί. Η Νεφέλη φάνηκε συνειδητοποιημένη και ήρεμη σε αντίθεση με τον νεαρό γιατρό που ήταν ανήσυχος και ένιωθε πιο ανίσχυρος από ποτέ

-Όχι δε θα φύγεις, δε θα σε αφήσω να φύγεις. Μόλις σε γνώρισα! Έχω τόσα όνειρα για εμάς. Θέλω να ζήσω όλη μου τη ζωή μαζί σου. Θέλω...

     Τον διέκοψε η κουρασμένη και συνάμα αποφασιστική φωνή της Νεφέλης

-Νιώθω γεμάτη, Μάρκο, η αγάπη σου μου έδωσε ζωή... Όταν σε γνώρισα ήξερα πως δεν έχω πετύχει όλα όσα ήθελα, για αυτό φοβόμουν τον θάνατο. Όμως εσύ ήσουν το κομμάτι που έλειπε από το πάζλ της ζωής μου. Τώρα νιώθω δυνατή! Δεν θέλω να πεθάνω, αλλά είμαι χαρούμενη, γιατί αν κάτι συμβεί εγώ κατάφερα και έζησα μια ζωή σε έναν μήνα, έναν χρόνο σε ένα λεπτό και σαν ημέρα ολόκληρη ήταν τα δευτερόλεπτα μαζί σου!

     Οι δύο τους ξανασυναντήθηκαν στην αίθουσα του χειρουργείου, μόνο που η Νεφέλη ήταν ναρκωμένη πλέον - όχι από έρωτα - αλλά από την αναισθησία. Ο Μάρκος έκανε την αρχή κρατώντας ήρεμα το νυστέρι του. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν σοβαρότερα από ότι πίστευε. Ο καρκίνος της δεν ήταν πλέον χειρουργήσιμος. Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και τα μάτια του να θολώνουν, όπως στην πρώτη του επέμβαση. Δεν μπόρεσε να συνεχίσει, δεν άντεξε. Δεν πήγε όμως στον εξώστη. Τα πόδια του βάρυναν και γονάτισε έξω από το χειρουργείο. Ήταν αργά. Γι` αυτό δεν φώναξε κι ας ήθελε να βγάλει την πιο δυνατή του κραυγή. Έμεινε ακίνητος. Ένιωσε θυμωμένος και σφίγγοντας τη γροθιά του έριξε στο πάτωμα ένα δάκρυ. "Γιατί, γιατί, γιατί" ψιθύρισε.

     Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Δεν είχε λόγο να θυμώνει, έκανε ότι μπορούσε. Αλλά δεν ήταν αρκετό. Πικράθηκε πολύ γιατί πολέμησε γενναία και σαν σύγχρονος Λεωνίδας προδόθηκε από τον εφιάλτη του καρκίνου.

     Το επόμενο πρωί σηκώθηκε κακόκεφος. Όμως έφυγε τρέχοντας για το νοσοκομείο. Η Νεφέλη είχε ξυπνήσει και ήδη ενημερωθεί, όταν έφτασε ο Μάρκος.

-Αγάπη μου, ξεφώνησε μόλις τον είδε.

-Συγγνώμη, συγγνώμη, Νεφέλη. Δεν τήρησα την υπόσχεσή μου, ίσως να μπορούσα να κάνω ακόμα περισσότερα, είπε γεμάτος τύψεις ο γιατρός.

-Λες ψέματα και δεν είναι σωστό να λέμε ψέματα στους ασθενείς μας. Ξέρεις πολύ καλά ότι έκανες τα αδύνατα δυνατά για να με σώσεις. Άλλοι γιατροί δεν θα προσπαθούσαν καν να με χειρουργήσουν! 

     Καθώς την άκουγε ο Μάρκος αφαιρέθηκε. Την κοίταξε για λίγο. Μία τελευταία φορά. Τα μαλλιά της είχαν πέσει, το σώμα της είχε αδυνατίσει τόσο πολύ και τα χέρια ήταν γεμάτα μώλωπες από τους όρους. Κι όμως του φαίνονταν σαν ήταν η πιο όμορφη γυναίκα, το πιο κομψό μοντέλο, η σπουδαιότερη αθλήτρια. Παρατήρησε το βλέμμα της να κινείται προς το μέρος του και έσπασε την σιωπή ρωτώντας

-Πονάς, θες να σου βάλω ένα παυσίπονο;

-Όχι, δεν θέλω τίποτα, μόνο ένα φιλί σου. Ένα καυτό γεμάτο έρωτα φιλί. Έτσι θα φύγω ήσυχη!

     Της έκανε τη χάρη και σκύβοντας την φίλησε. Την φίλησε γεμάτος πάθος και αγάπη, λέγοντας της με τον τρόπο του αντίο. Σηκώθηκε και με την άκρη του ματιού του την είδε να ψάχνει κάτι μέσα στην τσάντα της.

-Τι θέλεις;  την ρώτησε

     Έβγαλε χαμογελώντας ένα κουτάκι ασπιρίνες. Του έδωσε μια και πήρε και για εκείνη. "Για τον πόνο!" Αποκρίθηκε γελώντας. Το κλίμα ελάφρυνε και οι δυο τους ήταν ήρεμοι ξανά. Και γελούσαν, γελούσαν δυνατά. Ο Μάρκος πέρασε όλη την μέρα μαζί με την αγαπημένη του και το ξημέρωμα εκείνη τον φώναξε γιατί κατάλαβε πως το τέλος πλησιάζει.

-Σ' αγαπώ, είπε και ξεψύχησε.

Εκείνος χαμογέλασε. Την πήρε αγκαλιά και άρχισε να την χαϊδεύει. Δεν έκλαψε, δεν έχυσε ούτε δάκρυ, μονάχα έκλεισε τα μάτια του. Και τότε σαν όνειρο την είδε, με μακριά μαλλιά να τρέχει στον ουρανό. Είδε ξανά τα μάτια της που τον κοιτούσαν. Δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτά τα μάτια. Δεν έκλαψε, μόνο χαμογελούσε. Όπως τότε που την είδε για πρώτη φορά... Είναι αλήθεια δύσκολο να είσαι ογκολόγος και ο Μάρκος το είχε τώρα καταλάβει καλά…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  Κουμπιά οι λέξεις Λες να` χει σημασία Πού θα κουμπώσουν;                  Γιώργος Ρούσκας                               Με βαθ...