Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Γεωργία Κορωνιώτη 2ο Γυμνάσιο Ξυλοκάστρο

 

3ος ΕΠΑΙΝΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ( ΓΥΜΝΑΣΙΟ)

Μια απρόσμενη γνωριμία

     Επιτέλους! Έφτασε το πολυπόθητο ξέγνοιαστο καλοκαιράκι. Τόσο καιρό περίμενα αυτή τη στιγμή που θα κλείσουν τα σχολεία και θα μπορέσω για ακόμα μια χρονιά να περάσω το καλοκαίρι μου στο χωριό μου, στο αγαπημένο μου μικρό χωριουδάκι, την όμορφη Λευκάδα.

     Ξύπνησα πρωί-πρωί πριν καν χτυπήσει το ξυπνητήρι έχω μεγάλη αγωνία μήπως ξέχασα να πακετάρω κάτι, ρούχα πήρα, παπούτσια ναι. Α! Το καινούριο μου μαγιό δεν έβαλα και φυσικά το αγαπημένο μου επιτραπέζιο παιχνίδι που σίγουρα θα αρέσει πολύ στην παλιοπαρέα μας! Ανυπομονώ να φτάσει το βράδυ…

-Έλενα, είσαι έτοιμη ;                                                                                                                                    -Ναι, μαμά   

- Αποχαιρέτησε το δωμάτιό σου για τρεις μήνες.

- Χα, χα, ναι ,ναι

- Τα πράγματα της σκυλίτσας Μπέλας είναι έτοιμα;

- Φυσικά!

     Η διαδρομή πάντα μου άρεσε. Μου αρέσει να χαζεύω τα χωριά, τις πόλεις, τα αυτοκίνητα αλλά πιο πολύ αγαπώ όταν έχει καλό καιρό να περνάμε από το Ρίο στο Αντίρριο με το καραβάκι. Επίσης, μπορείς να ακούσεις σχεδόν όλες τις γλώσσες, αφού ταξιδεύουν πολλοί ξένοι το καλοκαίρι.

     Επιτέλους φτάσαμε! Μου φαίνεται πως η Λευκάδα είναι ακόμη πιο μαγευτική από ό,τι τη θυμόμουν. Η γιαγιά και ο παππούς μας περιμένουν στην εξώπορτα του σπιτιού. Η Μπέλα αμέσως πήδηξε από το παράθυρο του αυτοκινήτου . «Καλωσορίσατε παιδιά μου» είπε η γιαγιά με δάκρυα χαράς και ευτυχίας.

    Άλλο ένα καλοκαίρι ξετυλίγεται μπροστά μου, είμαι σίγουρη ότι θα είναι το καλύτερο της ζωής μου «τώρα πια που μεγάλωσα και καταλαβαίνω», όπως λέει και η μαμά. Είμαι σχεδόν δεκαπέντε χρονών, σωστή κοπέλα! Το δωμάτιό μου ήταν ακριβώς όπως το είχα αφήσει. Τίποτα δεν είχε πειράξει η γιαγιάκα μου. Ήταν ο πιο ξεκούραστος και ανάλαφρος ύπνος.

   Το πρωί οι γονείς μου έφυγαν για την Αθήνα, καθώς δεν μπορούσαν να λείψουν από τις δουλειές τους. Τώρα είμαι στο σπίτι της γιαγιάς. Το περίμενα πως και πως. Η γιαγιά είναι γνωστή στο νησί  συμμετέχει σε όλες τις εκδηλώσεις και δραστηριότητες .

   Ετοιμάστηκα γρήγορα. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό θα κατηφόριζα τα στενά του νησιού, θα μύριζα τον αναζωογονητικό, καθαρό Ιονίτικο αέρα και το καλύτερο θα ξαναέβλεπα τα παιδιά, τους καλοκαιρινούς μου φίλους. Με τα παιδιά γνωριζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Μερικά από αυτά μένουν στο νησί μόνιμα και άλλα στην Αθήνα, τα οποία έρχονται εδώ διακοπές. Η καλύτερή μου φίλη είναι η Αθηνά. Η Αθηνά είναι γέννημα θρέμμα Λευκαδίτισσα, είμαστε συνομήλικες και ταιριάζουμε σε όλα.

     Καθώς περπατούσα η Μπέλα ένιωθε μια περίεργη ανησυχία και γαύγιζε δυνατά, ταυτόχρονα κουνούσε τη φουντωτή ουρίτσα της. Κάτι ήθελε να μου πει, ώσπου έτρεξε προς στην παραλία. Εκεί προς μεγάλη μου έκπληξη είδα μετά από αρκετό καιρό την κολλητούλα μου, την Αθηνά. Αμέσως αγκαλιαστήκαμε σφιχτά για αρκετή ώρα και με δάκρυα χαράς καλωσόρισε η μια την άλλη. «Πόσο πολύ μου έλειψες» της είπα και μαζί κάναμε μια βόλτα στην παραλία του νησιού. Καθώς η Αθηνά μου μιλούσε μια ανεξήγητη θλίψη κυριαρχούσε στα μεγάλα καταπράσινα μάτια της. Δεν μπορούσε να μου κρυφτεί!

    Πριν καλά-καλά μου αφηγηθεί τι ακριβώς την είχε ενοχλήσει, ένα κορίτσι πέρασε βιαστικά από μπροστά μας. Ένα κορίτσι από ξένη χώρα, διαφορετικό, μα πολύ όμορφο. Ήταν η Τζέσιρα από την Αφρική που είχε εγκατασταθεί στο νησί με την οικογένειά της από τον χειμώνα. Η Αθηνά αμέσως μου είπε πως με τη Τζέσιρα πάνε στην ίδια τάξη, όμως οι συμμαθητές τους δεν της φέρονται καθόλου καλά. Το τηλεφώνημα της γιαγιάς μας διέκοψε την συζήτηση. Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι.

     Το επόμενο πρωινό, αφού το βράδυ είχα σκεφτεί πολλές φορές τα λόγια της Αθηνάς, αποφάσισα να επισκεφτώ το καινούριο κορίτσι.

- Γιαγιά, μήπως ξέρεις πού μένει μια κοπέλα που ονομάζεται Τζέσιρα;

- Ποια λες κόρη μου, τη μαύρη;

-Γιαγιά σε παρακαλώ πολύ η κοπέλα έχει όνομα!

- Ναι, ναι. Σωστά!

- Λοιπόν;

- Ε! Δεν ξέρω και δεν με νοιάζει κιόλας!

    Δεν πίστευα στα αυτιά μου, τί λόγια ήταν αυτά! Η δική μου γιαγιά να ξεχωρίζει τους ανθρώπους από το χρώμα του δέρματός τους;  Καθώς οι μέρες κυλούσαν, είχα ξεχάσει την απρεπή συμπεριφορά της γιαγιάς. Οι μέρες είχαν γεμίσει με ξέγνοιαστες στιγμές, με πρωινά μπανάκια στη θάλασσα και το απόγευμα βόλτες στις παραλίες του νησιού με τα παιδιά. Περνούσαμε υπέροχα, καλύτερα από ότι είχα φανταστεί. Ώσπου έφτασε η μέρα γενεθλίων της κολλητής μου.

     Η Αθηνά έχει γενέθλια στις δέκα Ιουλίου. Το πάρτι της το περιμέναμε πως και πως, ήταν μεγάλο γεγονός. Εγώ σαν καλή της φίλη πήγα από νωρίς για να την βοηθήσω με τις προετοιμασίες, για να είναι όλα έτοιμα στην ώρα τους. Καθώς λοιπόν χορεύαμε ξέγνοιαστα καλοκαιρινά hits, είδα ένα κορίτσι στο σκοτάδι να μας παρακολουθεί. Έτρεξα γρήγορα-γρήγορα για να δω ποια ήταν. Ήταν το καινούριο, ξένο κορίτσι, η Τζέσιρα. Πλησίασα μα δεν την πρόλαβα, είχε ήδη χαθεί μες στο σκοτάδι. Τότε ο Ηλίας, ο πιο μικρός και αθώος της παρέας, είπε δυνατά και κοροϊδευτικά: «Σίγουρα η Τζέσιρα θα ήταν, σίγουρα αυτή.»

-  Μήπως ξέρεις πού μένει; τον ρώτησα με σιγανή φωνή.

- Μα φυσικά και ξέρω, μένει κοντά στο λιμάνι, σε ένα πολύ παλιό σπίτι με την οικογένειά της. Μάλιστα άκουσα πως οι γονείς της δεν μιλούν καλά την ελληνική γλώσσα.

- Α! Φαντάζομαι ότι η Τζέσιρα θα δυσκολεύεται στα μαθήματα του σχολείου..

- Μπα! Απεναντίας είναι η καλύτερη μαθήτρια του σχολείου…

    Το βράδυ, όταν επέστρεψα στο σπίτι, ήμουν κάπως μελαγχολική, ένιωθα τύψεις, πώς είναι δυνατόν ένα κορίτσι να απορρίπτεται εξαιτίας της καταγωγής του στις μέρες μας. Τώρα κατάλαβα γιατί η Αθηνά ήταν στεναχωρημένη, όταν την πρωτοείδα. Ένιωθε το ίδιο και αυτή ίσως και χειρότερα, αφού πάνε στο ίδιο σχολείο και βλέπει καθημερινά αυτές τις ανόητες συμπεριφορές. «Κάτι πρέπει να κάνω» μουρμούρισα και αποκοιμήθηκα.

     Το πρωί χαρούμενες φωνές με ξύπνησαν γλυκά. Οι γονείς μου επιτέλους είχαν την καλοκαιρινή τους άδεια και θα την περνούσαν μαζί μας στο νησί. Ο μπαμπάς έφτιαχνε το σπιτάκι της Μπέλας στην αυλή μας. Η Μπέλα είχε τρελά ενθουσιαστεί και κουνούσε την ουρά της σαν τρελή!

- Έλα, πάμε για μπάνιο, κάνει πολύ ζέστη. Αναφώνησε η μαμά.

     Η μαμά μου κατάγεται από την Λευκάδα και γι’ αυτό αγαπά πολύ το νησί. Έφυγε από δω όταν πήγε να σπουδάσει ψυχολόγος, στην πρωτεύουσα γνώρισε και τον μπαμπά, έτσι παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν εκεί. Όνειρό της είναι να επιστρέψει στο νησί και να προσφέρει τις υπηρεσίες της εντελώς δωρεάν σε αυτούς που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα. Ο μπαμπάς μόλις πρωτοήρθε στο νησί, μαγεύτηκε κι αυτός από την ομορφιά του . «Εδώ θα ανοίξω το συνεργείο αυτοκινήτων.    «Λοιπόν τί νέα;» είπε πανευτυχής. Δεν άντεξα και της τα είπα όλα με τη σειρά όπως είχαν ακριβώς γίνει… «Μάλιστα» αναφώνησε. « Τι λες να επισκεφτούμε αυτό το γλυκό κορίτσι το βραδάκι;».  Οι ώρες περνούσαν αργά και βασανιστικά. «Είσαι έτοιμη;» φώναξε η μαμά. Φτάσαμε στο όμορφο και γραφικό λιμάνι. «Αυτό θα είναι το σπίτι της Τζέσιρα» σκέφτηκα και πριν καλά-καλά ολοκληρώσω τις σκέψεις μου μια όμορφη γυναίκα ξεπρόβαλλε από την πόρτα του σπιτιού.

- Καλησπέρα σας, πώς μπορώ να σας βοηθήσω; Είπε πολύ ευγενικά η κοπέλα.

- Ψάχνουμε την Τζέσιρα. Απάντησα με σιγανή φωνή.

- Α! την Τζέσιρά μας, η Τζέσιρα είναι η μικρή μου αδελφή. Μα περάστε σας παρακαλώ, περάστε!

      Η μαμά χωρίς κανέναν δισταγμό πέρασε στο εσωτερικό του σπιτιού. Ένα σπίτι φτωχικό μα ταυτόχρονα πολύ ζεστό! «Τζέσιρα, Τζέσιρα, σε ζητάνε» φώναξε χαρούμενη η αδελφή της. Μόλις μας αντίκρυσε έμεινε άφωνη. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να ξετυλίγει τον υπέροχο και ενδιαφέρον χαρακτήρα της. Σε αυτό βοήθησε και η Μπέλα μου. Οι μεγάλοι παρέμειναν στο καθιστικό, ενώ εγώ, η Μπέλα και η Τζέσιρα συζητούσαμε στο δωμάτιό της. Ένα δωμάτιο με πολλά χρώματα, υπέροχο. «Σου κάνουν εντύπωση τα άδεια καπάκια από τα μπουκάλια;»με ρώτησε η Τζέσιρα γεμάτη ανησυχία και συνέχισε: «Τα αντικείμενα έχουν μεγάλη σημασία για εμάς, για την κουλτούρα μας. Οι γυναίκες της φυλής μας της ‘Ντασανέχ’ στην κοιλάδα Όμο της Αιθιοπίας ανακυκλώνουν τα σκουπίδια κυρίως τα καπάκια από τα μπουκάλια και τα μετατρέπουν σε κοσμήματα. Να σου δείξω μερικά!» Άνοιξε το συρτάρι από το γραφείο της και έβγαλε βραχιόλια, κολιέδες και κοσμήματα για το κεφάλι. «Είναι όλα τους υπέροχα!»είπα με ενθουσιασμό. «Έλα πάρε αυτό τον κολιέ, σου το χαρίζω, είναι δικός σου τώρα» με μεγάλη χαρά δέχτηκα το δώρο της Τζέσιρα. Έφτασε όμως η ώρα να φύγουμε.  Σε όλη τη διαδρομή για την επιστροφή μας εγώ και η μαμά λέγαμε η μια στην άλλη τις ιστορίες που μας διηγήθηκαν τα κορίτσια για τη χώρα τους. Ήμουν πολύ χαρούμενη που απόκτησα μια καινούρια φίλη.

     Οι συναντήσεις μας είναι τώρα όλο και πιο συχνές. Πηγαίνουμε για μπάνια στις παραλίες και φυσικά τα βραδάκια για παγωτό στα όμορφα μαγαζιά του νησιού. «Έφτασε η ώρα να γνωρίσεις και τα υπόλοιπα παιδιά της παρέας» της είπα με ενθουσιασμό. Η Τζέσιρα κοντοστάθηκε για αρκετή ώρα, φαινόταν αρκετά αγχωμένη.

- Μα! Δεν ξέρω, καλύτερα όχι!

- Μην ανησυχείς τα παιδιά σε περιμένουν ήδη, τους έχω μιλήσει και θέλουν πολύ να σε γνωρίσουν καλύτερα!

     Έτσι και έγινε. Η τρελοπαρέα μας δέχτηκε την Τζέσιρα  με μεγάλη χαρά, την ρώτησαν για τη χώρα της, για τα ιδιαίτερα ρούχα τους και φυσικά για το έθιμο με τα ανακυκλώσιμα υλικά. Μόνο ένα παιδί έμεινε σιωπηλό, ο Ηλίας. Η οικογένεια του Ηλία δεν δέχεται εύκολα τους ανθρώπους που έχουν ξένη καταγωγή και ιδιαίτερα την Τζέσιρα.  Ώσπου μια ζεστή και ηλιόλουστη μέρα κανονίσαμε για ένα πρωινό μπανάκι. Όλη η παρέα ήταν παρόν εκτός από την Τζέσιρα που μας είπε πως θα καθυστερούσε λιγάκι. Όλα κυλούσαν πολύ όμορφα, μα ξαφνικά ακούσαμε μια πολύ δυνατή κραυγή. Ο Ηλίας καθώς κολυμπούσε ανέμελα στη θάλασσα τον τσίμπησε μια μεγάλη, μωβ μέδουσα. «Βοήθεια παιδιά, βοήθεια» φώναζε και ξαναφώναζε ο καημένος ο Ηλίας όσο πιο δυνατά μπορούσε. Όμως μάταια, κανένας από εμάς δεν τόλμησε να πάει να τον βοηθήσει, ακόμη ούτε κι εγώ. Φοβόμασταν τη μέδουσα.

      Η ώρα περνούσε και ο Ηλίας δεν είχε άλλες δυνάμεις πια. Η Τζέσιρα που μόλις είχε έρθει, όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, χωρίς δεύτερη σκέψη βούτηξε με τα ρούχα της στη θάλασσα. Κολύμπησε ως τον Ηλία, τον γύρισε ανάσκελα και τον τράβηξε έξω όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο Ηλίας ήταν σχεδόν αναίσθητος. Ήρθε το ασθενοφόρο.  Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Οι γονείς του μικρού Ηλία τώρα πια αποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά την Τζέσιρα και ένιωθαν μεγάλη υποχρέωση προς το πρόσωπό της, έτσι προσέλαβαν τους γονείς της στην επιχείρησή τους. Με τον καιρό η οικογένεια της απέκτησε οικονομική ευχέρεια και μετακόμισε σε ένα μεγαλύτερο και πιο καινούριο σπίτι.

     Όσο περνούσε ο καιρός εγώ και η Τζέσιρα δενόμασταν όλο και πιο πολύ. Περνούσαμε πολύ χρόνο μαζί είτε στις παραλίες είτε στα σπίτια μας. Η φιλία είναι μοναδική και μαγική.

    Οι μέρες κύλησαν τόσο γρήγορα, είχε έρθει ο Σεπτέμβριος. Η παρέα μας τώρα όχι μόνο είχε δεχτεί την όμορφη, διαφορετική κοπέλα, αλλά την είχε αγαπήσει κιόλας. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός πλησίαζε η στιγμή που θα έφευγα από το νησί και ένιωθα τόσο πιο στεναχωρημένη.

    Δυο μέρες πριν ανοίξουν τα σχολεία και οι γονείς μου ακόμα δεν έχουν φανεί. Η γιαγιά φαίνεται πολύ χαρούμενη. Κάτι μυστικές συνομιλίες έχω καταλάβει μεταξύ της μαμάς και της γιαγιάς. Το μεσημέρι η μητέρα μου ήρθε στο νησί, δεν ήρθε μόνο με το αυτοκίνητό της αλλά και με ένα μεγάλο φορτηγό.

- Μπα, τί γίνεται εδώ;

- Μάντεψε!!! Είπε η μαμά με το πλατύ χαμόγελό της.

- Δεν ξέρω. Απάντησα γεμάτη αγωνία.

- Έφτασε η ώρα να μετακομίσουμε μόνιμα στην όμορφη Λευκάδα μας, δεν νομίζεις; Εγώ θα δουλέψω στο νοσοκομείο του νησιού και ο μπαμπάς έχει ήδη κλείσει τον χώρο όπου θα ανοίξει το συνεργείο του. Πιστεύω πως δεν έχεις κάποια αντίρρηση; - --Είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου.

     Το κουδούνι χτύπησε για πρώτη φορά, μια καινούρια σχολική χρονιά ξεκινά σε ένα καινούριο σχολείο, με καινούριους φίλους. Στο θρανίο κάθομαι μαζί με την Αθηνά και στα διαλείμματα πάντα συναντάμε την Τζέσιρα, αφού είναι σε διαφορετικό τμήμα.

     Η ζωή στο νησί είναι μαγεία! Νιώθω μεγάλη ευτυχία που είχα φέτος το καλοκαίρι μια απρόσμενη γνωριμία με την Τζέσιρα από την Αφρική. Τώρα πια όλοι στο νησί την αγαπούν και την νοιάζονται. Δεν τους πειράζει που έχει διαφορετικό χρώμα δέρματος και που είναι από άλλη χώρα. Ίσα-ίσα λένε ότι είναι η πιο θαρραλέα του νησιού μας.

     Το όνομα της Τζέσιρα στα ελληνικά σημαίνει τολμηρή και θαρραλέα.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

  Κουμπιά οι λέξεις Λες να` χει σημασία Πού θα κουμπώσουν;                  Γιώργος Ρούσκας                               Με βαθ...